Του Παύλου Δεπόλλα
Ένα χωριουδάκι της Σκωτίας, το Άνκρουμ, και ο ομώνυμος κόμης του. Επίσης, το αρχοντικό γεωργιανού στιλ στη Νέα Υόρκη.
Το Ancrum House, επειδή η Άντζελα Τζέρι ονόμασε την κληροδοτημένη γη της προς τιμήν του χωριού στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, όπου είχε γεννηθεί ο πρόγονός της, Ρόμπερτ Λίβινγκστον. Αυτές είναι οι αναφορές που υπάρχουν διαχρονικά και… διαπλανητικά για το πραγματικό επώνυμο του ανθρώπου που “βαφτίστηκε” Ίνγκραμ στην Ελλάδα και εξελίχθηκε σ’ έναν από τους καλύτερους σκόρερ που είδαν ποτέ τα μάτια μας.
Τόσο δεινός (σκόρερ), ώστε να αποτελέσει επί σειρά ετών το αντίπαλον δέος του Νίκου Γκάλη. Ως προς τις μάχες τους για τον τίτλο του πρώτου σκόρερ στην Α1, μα ακόμα και στις αναμετρήσεις (εντάξει, στο Ιβανόφειο, όχι και στο Παλέ…) του Ηρακλή του Ντέιβιντ Άνκρουμ/Ίνγκραμ με τον κραταιό Άρη, την εποχή που ο «Αυτοκράτορας» διεκδικούσε και την κούπα του Πρωταθλητριών.
Καθόλου άσχημα, για έναν τύπο που είχε βιώσει το απόλυτο σοκ ως λυκειόπαις. Κόπηκε από το χάισκουλ, δεν επέστρεψε καν, παρακαλούσε να βρει μία θέση σε κολέγια της κατώτατης βαθμίδας, αλλά έγινε το “μαύρο διαμάντι” του «Γηραιού».
Ένας από τους καλύτερους και συνάμα πιο συμπαθείς ξένους στην ιστορία του Ελληνικού Πρωταθλήματος.
Ο αριστερόχειρας σούτινγκ γκαρντ κατέστησε τον Ηρακλή “δύναμη” πίσω από το δίπολο της ίδιας πόλης, Άρης-ΠΑΟΚ. Το άκομψό φινάλε του τον έφερε στο Ισραήλ και μάλιστα στη Μακάμπι Τελ Αβίβ. Άνθρωπος της συνήθειας, όχι των αλλαγών (ούτε και των αγωνιστικών, το πρώτο πράγμα που τον εξέπληξε, ερχόμενος, ήταν πως έπρεπε να βαράει 40λεπτα…), έμεινε και στη χώρα της Μέσης Ανατολής αρκετά χρόνια.
Ήρθε, ξανάρθε βασικά, και στη Θεσσαλονίκη. Για να λάβει τις τιμές που του έπρεπαν, να τον θυμηθούν οι παλιοί, να γνωρίσουν το μεγαλείο του οι νεότεροι. Ο ένας και μοναδικός Ντέιβιντ Ίνγκραμ. Έστω, Άνκρουμ…
Σεπτέμβριος 1989: Ο Ντέιβιντ Ίνγκραμ με τη φανέλα του Ηρακλή / Photo by: Eurokinissi (Action Images).
Παπαδοπαίδι-αποπαίδι
Ιδιαίτερη πατρίδα του το Ρούσβελτ της Νέας Υόρκης. Ο οικισμός στο Λονγκ Άιλαντ, το οποίο έχει πάρει το όνομά του από τον παλιό Πρόεδρο των ΗΠΑ, Θίοντορ Ρούσβελτ, κάτοικο της περιοχής. Λευκός σε συντριπτικά ποσοστά ο πληθυσμός της, μέχρι που στα τέλη της δεκαετίας του ’50, στη μεταπολεμική άνθηση της στέγασης και τη μείωση των τιμών στα οικόπεδα, παρατηρείται εισροή Αφροαμερικανών στην κοινότητα.
Έτσι αρχίζει στις 9 Ιουνίου του 1958 η ιστορία του Ντέιβιντ Τσάλτον Άνκρουμ, τον οποίον στο εξής θα τον λέμε κι εμείς (όπως τον μάθαμε…) Ίνγκραμ. Άλλωστε, δεν μεγαλώνει σε αρχοντικό όπως το Ancrum House -παρότι Νεοϋορκέζος και ο ίδιος. Παπαδοπαίδι, δηλώνει πιστός πρώτα στο μπέιζμπολ. Όταν παίρνει απότομα ύψος, το γυρίζει στο μπάσκετ.
Δεν είναι φυσικό ταλέντο, είναι όμως δουλευταράς. Και πάλι, δεν αρκεί η προσήλωσή του ώστε να αποφύγει το κόψιμο στην ομάδα του Λυκείου του. Εντάξει, και άλλοι, ακόμα σπουδαιότεροι μπασκετμπολίστες, βίωσαν ανάλογες αναποδιές στα ξεκινήματά τους. Ο άνθρωπός μας ωστόσο δεν βρίσκει καν άλλη ευκαιρία να παίξει οργανωμένο μπάσκετ σε επίπεδο χάισκουλ.
Κάπως έτσι, βρίσκεται να… ζητιανεύει μία θέση έστω σε τζούνιορ κόλετζ. Για να γίνει δεκτός στο άσημο Μόρισβιλ Στέιτ, πάντα στο «Μεγάλο Μήλο», στέλνει γράμματα επί γραμμάτων. Με τα πολλά, μπαίνει στην ομάδα –και εξελίσσεται σε έναν από τους καλύτερους παίκτες της.
Ο Ντέιβ, όπως τον φωνάζουν, μεταπηδά το 1978 στο Γιούτικα Κόλετζ. Ομάδα της τρίτης κατηγορίας στο πανεπιστημιακό Πρωτάθλημα (NCAA III). Είναι πια ένας baller. Στη διετία του έχει μέσο όρο άνω των 23 πόντων. Βάζει τους περισσότερους στην ιστορία των Παϊονίρς σε μία σεζόν.
Αντιλαμβάνεται ότι αξίζει τον κόπο να το προσπαθήσει για επαγγελματική καριέρα.
Το 1980 το όνομά τους ακούνε 214 παίκτες στο ντραφτ των ακόμα δέκα γύρων. Ο Ίνγκραμ όχι.
Απολύτως αναμενόμενα, ελέω του χαμηλού επιπέδου στο οποίο (αντ)αγωνίστηκε στο κολεγιακό Πρωτάθλημα. Κατεβαίνει στον Ισημερινό, ρίχνει 50άρες, βάζει και 61 πόντους σε ένα ματσάκι. Παίρνει το Πρωτάθλημα με την πρώτη, παίζει και στον Παναμά, επαναπατρίζεται σε επίπεδο CBA για τους Όλμπανι Πατρούνς. Για 50 δολάρια την βδομάδα αρχικά…
Ο Ντέιβιντ Ίνγκραμ με τη φανέλα των Παϊονίρς.
Από τον Φιλ Τζάκσον στον Καλανταρίδη
Το Όλμπανι είναι η πρωτεύουσα της πολιτείας της Νέας Υόρκης και ο Ίνγκραμ ξαναβρίσκεται κοντά στο σπίτι του. Στους Πατρούνς συναντά ως προπονητή μία γνώριμή του φυσιογνωμία. Ο Φιλ Τζάκσον έπαιζε στους Νικς το 1970 και το 1973, στους μοναδικούς τους μέχρι σήμερα τίτλους. Ο Νεοϋορκέζος Ίνγκραμ φυσικά παρακολουθούσε τους αγώνες τους στην τηλεόραση.
Προτού η φυσιογνωμία του γίνει γνώριμη στα πέρατα της Γης ως κόουτς του Μάικλ Τζόρνταν και των Μπουλς, ο «Zen Master» (με μούσι και γυαλί) έχει “2άρι” στην ομάδα του τον φίλο μας. Περιφερειακός πασπαρτού έως τότε, ο Ίνγκραμ καθιερώνεται ως σούτινγκ γκαρντ και σταδιακά ανεβάζει τον χρόνο του (από δεκάλεπτα) σε πάνω από 20’ ανά αγώνα.
Σκοράρει πολύ αναλογικά με τα λεπτά που παίρνει. Είναι ακόμα πιο “οικονομικός” στους Σαβάνα Σπίριτς της ίδιας λίγκας. Το καλοκαίρι του 1987 αφήνει την Τζόρτζια και γυρίζει στην ευρύτερη γειτονιά του, προπονούμενος σε καμπ του γνωστού κολεγίου Σίρακιουζ. Τον βλέπει ο απεσταλμένος του Ηρακλή, Μάκης Καλανταρίδης. Τον ρωτάει αν ενδιαφέρεται να παίξει μπάσκετ στην Ελλάδα, ενημερώνοντάς τον ότι λίγες ημέρες νωρίτερα η Εθνική της έχει στεφθεί Πρωταθλήτρια Ευρώπης και επικρατεί φρενίτιδα για το άθλημα.
Ο βοηθός του Σούλη Μαρκόπουλου, ο οποίος έχει μόλις κάνει κι αυτός το μεγάλο βήμα στην (προπονητική) καριέρα του από τον Δημόκριτο, ακούει το «yes». Ο διοπτροφόρος εκτός παρκέ, Ντέιβιντ, φοράει το πιο πλατύ του χαμόγελο και προσγειώνεται στη Μίκρα. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων.
Συστήνεται με 47άρα κόντρα στην Σπάρτακ Πλέβεν, στα προκριματικά του Κυπέλλου Korać. Δίπλα του στην περιφέρεια ο ακόμα ενεργός μέσα στις τέσσερεις γραμμές, Βαγγέλης Αλεξανδρής.
Ο Ντέιβιντ Ίνγκραμ με τη φανέλα των Σαβάνα Σπίριτς.
Ο Αμερικανός σημειώνει 26 πόντους στη Βουλγαρία, κερδίζει μόνος του με 42 και την ισπανική Εστουδιάντες, αλλά στη Μαδρίτη η συντριβή δεν αποφεύγεται και… όμιλοι γιοκ. Άλλο δεν έχει την ίδια σεζόν.
Στο Ελληνικό Πρωτάθλημα οι ξένοι θα επιτραπούν το 1988 και ο Ντέιβ παραμένει στην ομάδα και την πόλη που τον έχει αγκαλιάσει.
Ντεμπουτάρει στην Α1 με 35άρα, αλλά θύμα του είναι ο μοναδικός σύλλογος με αμιγώς ελληνική σύνθεση. Ο αδύναμος Φίλιππος. Μπα… Έτσι, και παραγωγικότερα, θα συνεχίσει. Σταματάει στους 39 πόντους με την ΑΕΚ, βγάζει τον «Γηραιό» στο Korać εις βάρος του Ολυμπιακού του Κάρεϊ Σκάρι στα σχετικά μπαράζ.
Άνθρωπός του πάνω στο παρκέ είναι ο νεαρός Λευτέρης Κακιούσης, βασικός πλέον πλέι μέικερ της ομάδας. Ο «Λε-Κα» τον βλέπει αμέσως, όταν εκείνος φεύγει πρώτος στον αιφνιδιασμό, του περνάει λέιζερ και σκαστές πάσες, όταν κόβει από την base line προς το καλάθι, τον τροφοδοτεί με κάθε τρόπο.
Ο Ίνγκραμ βέβαια είναι ακόμα καλύτερος στο να σκοράρει με ατομικές προσπάθειες, μετά από ντρίμπλα –και με τη βοήθεια του αγαπημένου του ταμπλό. Βγαίνει και από διαδοχικά σκριν εκτελώντας από τις 45 μοίρες, παίρνει με την ίδια ευχέρεια τον δεξί διάδρομο (αν και αριστερόχειρας) και τελειώνει φάσεις.
Τα τρίποντα είναι ακόμα σχετικά “φρέσκα” και δεν τα πολυπροτιμά. Εδώ αρχίζει ουσιαστικά να τα δοκιμάζει, ανεβαίνοντας από τα μόλις 14 εύστοχα στην πρώτη χρονιά του στην κανονική περίοδο του Πρωταθλήματος στα 38 στη δεύτερη. Και από το 29% στο 45%.
Σεπτέμβριος 1989: Ο Ντέιβιντ Ίνγκραμ με τη φανέλα του Ηρακλή, ανάμεσα στους Άρη Χωλόπουλο, Χρήστο Τσέκο, Δημήτρη Παπαδόπουλο και Λευτέρη Κακιούση / Photo by: Eurokinissi (Action Images).
Ο «Dr. J» και οι κόντρες με τον Γκάλη
Ιστορικό έχει μείνει εκείνο το άτυπο Γιαννάκης-Γκάλης 73-62 στο Ιωνικός Νικαίας-Άρης του 1981, με τη νίκη των φιλοξενούμενων Θεσσαλονικέων στην παράταση. Δεν πάει πολύ πίσω το Ίνγκραμ-Γκάλης 50-46 του 1990, σε εποχή άλλωστε μεταγενεστέρη. Πιο προηγμένη (sic) μπασκετικά, με το επίπεδο κατά πολύ ανώτερο. Μαντέψτε. Οι φιλοξενούμενοι με τα κιτρινόμαυρα κερδίζουν και στο Ιβανόφειο στην παράταση!
Ο έναν χρόνο μεγαλύτερος «Γκάνγκστερ» και ο έτερος σούτινγκ γκαρντ από τα νεοϋορκέζικα playgrounds παραδίδουν ένα ακόμα (κοινό, αν και αντίπαλοι) σόου –σε αγώνα μάλιστα με χαμηλό σκορ, μόλις 75-75 αυτό του 40λέπτου. Είναι λες και παίζουν μόνοι τους. Ο Νικ ισοφαρίζει με τρίποντο στα μούτρα του Ντέιβ, ο οποίος αστοχεί στην εκπνοή μπροστά από τον Μιχάλη Ρωμανίδη.
Τα «6άρια» των ομάδων θα προσφέρουν και άλλες απολαυστικές μονομαχίες. Το κυανό «6», νούμερο που έχει επιλέξει προς τιμήν τού (όχι απλώς Νεοϋορκέζου μα παίκτη του χάισκουλ Ρούσβελτ, δηλαδή στη δική του ιδιαίτερη πατρίδα) Τζούλιους Έρβινγκ, θα νικήσει μάλιστα τον Άρη του Γκάλη τη σεζόν 1991-1992, σημειώνοντας 51 πόντους.
Ρεκόρ του εν Ελλάδι οι 59 κόντρα στο Περιστέρι στα πλέι οφ του ’91. Δύο λιγότερους βάζει στον Πανιώνιο, οι 40άρες έχουν την τιμητική τους και στις τρεις διαδοχικές πορείες έως τους «16» του Korać. Για να ξεκινήσει το συγκεκριμένο σερί το 1989, φορτώνει με 49 πόντους το καλάθι του Ερυθρού Αστέρα στα προκριματικά. Το +18 προστατεύεται με νύχια και με δόντια στη ρεβάνς του Βελιγραδίου, παρά την επανεμφάνιση του Μπόμπαν Γιάνκοβιτς στη «Zvezda».
Στον όμιλο ρίχνει 34άρες μέσα στη Μόσχα απέναντι στην ΤΣΣΚΑ και μέσα στην Καζέρτα. Αντιμετωπίζει δηλαδή και τον κορυφαίο σκόρερ όλων των εποχών στον πλανήτη, τον Οσκάρ Σμιντ. Όχι στην Ιταλία αλλά στη Θεσσαλονίκη. Χάνει… 29-28 από τον Βραζιλιάνο σούπερ σουτέρ και οι «Κυανόλευκοι» οριακά από τη Φονόλα.
Χάνει και τον τίτλο του εγχώριου πρώτου σκόρερ. Μένει επί τέσσερεις αγωνιστικές περιόδους δεύτερος. Πίσω από τον Γκάλη (ακόμα και το 1989-1990 που ο ίδιος ο Αμερικανός εκτοξεύεται στους 37.1 π., ακόμα και το 1990-1991 που τους χωρίζει διαφορά 0.4 πόντου), πίσω και από τον “Ερυθρόλευκο” Ζάρκο Πάσπαλι το 1991-1992.
Ο Ηρακλής του μπαίνει το ’90 και το ’91 στην τετράδα. Στη δεύτερη εξ αυτών των σεζόν, η πρόκριση στα προημιτελικά του Korać απέχει μία (παραπάνω) νίκη στο γκρουπ. Σε αυτό έχει μπει ο «Γηραιός» με 50άρα του κόντρα στη Ρίγα. Κατόπιν ρίχνει 40άρα στη Βαρέζε. Πιάνει τους 40 πόντους και σε επικράτηση επί του Ολυμπιακού. Στον Παναθηναϊκό την επόμενη σεζόν βάζει 42, στον Πανιώνιο 50.
Σεπτέμβριος 1989 – Σεπτέμβριος 1991: Ο Ντέιβιντ Ίνγκραμ με τη φανέλα του Ηρακλή -δεξιά με αντίπαλο τον Τζορτζ Παπαδάκο του Ολυμπιακού / Photos by: Eurokinissi (Action Images).
Άκομψο φινάλε, διπλό απωθημένο
Είναι 34 ετών, αλλά δεν δείχνει σημάδια πτώσης στην απόδοση, μείωσης στην… παραγωγή. Ο Ηρακλής όμως έχει καινούργιο προπονητή το 1992. Τον Θόδωρο Ροδόπουλο, της εξαιρετικής γνώσης της αμερικανικής αγοράς. Θέλει να φέρει δικούς του ξένους. Για τον Ίνγκραμ γίνονται προσπάθειες να αποκτήσει ελληνικό διαβατήριο, έχοντας συμπληρώσει πενταετία στη χώρα.
Ο ίδιος αφενός αφήνεται να πιστέψει ότι θα το πάρει, αφετέρου νομίζει πως, και να μη συμβεί κάτι τέτοιο, έχει εξασφαλισμένη τη θέση του (και ως ξένος) στην ομάδα που λατρεύεται από τον κόσμο της. Δεν είναι έτσι. Μαθαίνει ότι δεν θα συνεχίσει από τον φίλο του, τον Κεν Μπάρλοου του ΠΑΟΚ.
Ο αντικαταστάτης του Ίνγκραμ στην περιφέρεια (διότι, στην εποχή πια των δύο ξένων, δεύτερος είναι ο σέντερ Τζον Πολ Σάσκι) είναι ο Στιβ Μπαρτ. Παικταράς, ο οποίος όντως ξεκινάει φανταστικά με την μπλε φανέλα, αλλά πολύ γρήγορα αποπέμπεται, όταν, κατά την επιστροφή του από ταξίδι στις ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη, ανιχνεύονται στις αποσκευές του ποσότητες ναρκωτικών.
Το θέμα είναι ότι ο Ίνγκραμ, ο Αμερικανός σούπερ σκόρερ των 193 εκατοστών και των 3.500 πόντων μόνο στο Ελληνικό Πρωτάθλημα, αποτελεί παρελθόν. Από τον Ηρακλή, από την ελληνική Α1, από την καθημερινότητα του Νίκου και του Αργύρη. Των γιων της γειτόνισσάς του, με τους οποίους έπαιζε και αποφορτιζόταν μετά τα ματς.
Κάθε καλοκαίρι, όλα αυτά τα χρόνια, επέστρεφε στις ΗΠΑ. Στο Σακραμέντο, όπου αγόρασε σπίτι με τα πρώτα καλά λεφτά που έβγαλε στην Ευρώπη. Κρατιόταν σε φόρμα, γινόταν καλύτερος, δίδασκε και διδασκόταν, παίζοντας και δοκιμάζοντας δυνάμεις απέναντι στον Κένι Σμιθ, μετέπειτα βασικό πόιντ γκαρντ των δις Πρωταθλητών ΝΒΑ, Χιούστον Ρόκετς, τον ακόμα νεαρότερο (και επί σειρά ετών ηγέτη των Κινγκς) σούτινγκ γκαρντ, Μιτς Ρίτσμοντ, τον σμολ φόργουορντ Χένρι Τέρνερ, για τον οποίον σύντομα θα μαθαίναμε κι εμείς -διά του Πανιωνίου και του Αμαρουσίου- ότι είχε ελατήρια στα πόδια.
Διατηρώντας τη φόρμα του και καταπληκτική φυσική κατάσταση σε ηλικία 34… Ιουνίων, ο Ίνγκραμ βρίσκει συμβόλαιο στη Μακάμπι Τελ Αβίβ.
Ο Ντέιβιντ Ίνγκραμ με τη φανέλα της Μακάμπι.
Όχι για 50 δολάρια την βδομάδα, όπως κάποτε στο CBA, αλλά για 50.000 για μία σεζόν. Θεωρεί ότι είναι ώρα να κερδίσει και τους πρώτους του τίτλους. Φευ…
Το μόνο που καταφέρνει είναι να ικανοποιήσει το άλλο του -μικρότερο- απωθημένο. Να νικήσει τον ΠΑΟΚ, κάτι που δεν είχε καταφέρει τόσον καιρό με τον «Γηραιό». Βάζει 20 πόντους και ηγείται της «ομάδας του λαού» στο Yad Eliyahu, αμέσως μετά τις δύο πρώτες εμφανίσεις του στο Κύπελλο Πρωταθλητριών –στις οποίες παρεμπιπτόντως έχει σημειώσει 27+27 πόντους απέναντι σε Μπανταλόνα και Τσιμπόνα.
Αποδεικνύεται τρομακτικός σκόρερ και στο τοπ επίπεδο, στα μπασκετικά γεράματα.
Η χρονιά πάντως εξελίσσεται άσχημα, τόσο επί προσωπικού όσο και σε ομαδικό επίπεδο. Η παλιοσειρά Ντόρον Τζάμσι “τσινάει”, βλέποντάς τον να γίνεται πρώτη μούρη και να παίρνει τις περισσότερες προσπάθειες. Ο Αμερικανός παίρνει ολοένα και λιγότερες, παίζει ολοένα και λιγότερο, όσο περνάει ο καιρός, ελέω αρχηγού.
Οι «Τσαρόβ» μένουν χαμηλά στον ευρωπαϊκό τους όμιλο και βιώνουν το απόλυτο σοκ εντός των τειχών. Χάνουν το Πρωτάθλημα μετά από 23 συναπτές κατακτήσεις του! Το παίρνει η Χάποελ Γκαλίλ Ελιόν του Πίνι Γκέρσον το 1993 και ο βετεράνος σούτινγκ γκαρντ συνεχίζει στο Ισραήλ μεν, για τη Χάποελ Αφούλα δε. Τουλάχιστον έχει να λέει ότι κερδίζει έναν τίτλο πρώτου σκόρερ το 1994.
Μένει τρία χρόνια στην ίδια ομάδα, το πλήρωμα του χρόνου έρχεται στα 38 του. Φτιάχνει τη ζωή του στο Σακραμέντο, όπου διδάσκει την τέχνη του σκοραρίσματος σε σχολεία και στο καμπ που σκαρώνει. Βλέπει τον γιο του, τον Ντάλαν, να ακολουθεί τη δική του καριέρα, γυρολόγου, στην άγονη γραμμή του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Και γυρίζει κάποια στιγμή και στον τόπο όπου λατρεύτηκε.
Νοέμβριος του 2021 είναι, όταν ξανανταμώνει με τον Κακιούση, τον Καλανταρίδη και την όλη παρέα της σπουδαίας εκείνης εποχής του Ηρακλή. Φέρνει και δράσεις από το καμπ του στη χώρα μας, ταξιδεύοντας τα επόμενα έτη στην Φλώρινα και σε άλλα μέρη της βόρειας Ελλάδας.
Φυσικά, δεν τον έχει ξεχάσει κανένας. Νιώθει άρχοντας στο δεύτερο σπίτι του, τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει πια και άλλο Ancrum House…
Νοέμβριος 2021: Ο Ντέιβιντ Ίνγκραμ σε ηλικία 62 ετών στη Θεσσαλονίκη / Photo by: Eurokinissi.
Πηγή: Athletestories












