Του Παύλου Δεπόλλα
Τυχερός που έζησε -και συνέβαλε όσο ελάχιστοι- στην καλύτερη, την πιο ενδιαφέρουσα εποχή στο ύψος ανδρών. Τότε που ο πήχυς ανέβαινε ολοένα και ψηλότερα, που έπρεπε να υπερβείς τα 2.40μ. για να κερδίσεις.
Άτυχος που συνέπεσε με τον κορυφαίο άλτη όλων των εποχών. Τον Χαβιέρ Σοτομαγιόρ, ο οποίος του πήρε (εκτός από ουκ ολίγους τίτλους) γρήγορα το Παγκόσμιο ρεκόρ. Αυτό που διατηρείται μέχρι σήμερα…
Τυχερός που έκανε δουλειά το χόμπι του και έπεσε σε έναν εξαιρετικό προπονητή –και παίρνοντας μαζί του 11 μετάλλια σε μεγάλες διοργανώσεις, σε μια αξιοζήλευτη καριέρα που διήρκεσε πάνω από μία δεκαετία στο τοπ επίπεδο. Πράγμα σπάνιο στο συγκεκριμένο αγώνισμα.
Άτυχος που το χόμπι του εξελίχθηκε και σε τραύμα που κουβαλά σε όλη του τη ζωή, επειδή έπεσε σε έναν απαίσιο άνθρωπο –σύμφωνα τουλάχιστον με τα δικά του λεγόμενα/γραφόμενα, διότι ο ίδιος προπονητής, ο Βίλιο Νουσιάινεν, τον κακοποίησε σεξουαλικά, όταν ο ίδιος ήταν ακόμη παιδί.
Ο Πάτρικ Σιόμπεργκ, πρώτος άλτης του ύψους που ανέβηκε σε βάθρο σε τρεις συναπτούς Ολυμπιακούς Αγώνες, δεν ήταν μόνο ο μεγάλος αντίπαλος του Σοτομαγιόρ, ο ωραίος γαλανομάτης ξανθός με τις κατακτήσεις, ο κατακτητής και ενός Παγκόσμιου Πρωταθλήματος ανοιχτού στίβου, όπως και πέντε ακόμα Χρυσών μεταλλίων στον κλειστό.
Ήταν ένας αθλητής που διέπρεπε, κρατώντας κρυφό το δράμα του. Όταν το δημοσιοποίησε, βρέθηκαν κι άλλα (γνωστά και μη) θύματα του κόουτς. Πρώτα έκανε έναν ολόκληρο λαό, τον σουηδικό, να πετάει νοητά μαζί του. Πολύ μετά, όταν επέστρεψε απρόσμενα στο προσκήνιο, έκανε κι άλλους αθλητές να τολμήσουν. Και να μιλήσουν.
Ο Πάτρικ Σιόμπεργκ με τον Χαβιέρ Σοτομαγιόρ.
Παρά μισό εκατοστό δίμετρος, παρά δύο Ολυμπιονίκης
Γιετεμπόρι. Το (γνωστό μας ως) Γκέτεμποργκ. Ο δεύτερος καλύτερος άλτης ύψους της εποχής του, για κάποιους και γενικότερα, ήρθε στον κόσμο στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Σουηδίας στις 5 Ιανουαρίου 1965. Στη «χώρα των Γότθων», όπως μεταφράζεται στην κυριολεξία το μεγάλο λιμάνι της δυτικής ακτογραμμής, ο Γιαν Νίκλας Πάτρικ Σιόμπεργκ εντρύφησε από μικρός στα σπορ.
Γιος του ταχυδρομικού υπαλλήλου, Γιαν Σιόμπεργκ, και της αποφοίτου της Φιλοσοφικής σχολής, Μπριγκίτε Τόρνμπεργκ, ο Πάτρικ δοκίμασε κάμποσα στιβικά αγωνίσματα και αφοσιώθηκε σε αυτό για το οποίο είχε από κάθε άποψη την πρώτη ύλη. Πανύψηλος και συνάμα λεπτός, με τεράστια άκρα και αλτικός, δεν γινόταν παρά να εξειδικευτεί στο ύψος.
Τον ανέλαβε από τρυφερή ηλικία ο Φινλανδός Νουσιάινεν, ο οποίος έγινε και πατριός του από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Μαζί με τον παλιό άλτη, ο οποίος στα νιάτα του είχε ξεπεράσει τα 2μ., ο Σιόμπεργκ δούλεψε σε βαθμό τελειότητας την τεχνική. Ασκήσεις κάθε είδους, κάθε βαθμού δυσκολίας.
Ο μικρός δεν παραπονιόταν ποτέ, είχε πειστεί ότι μπορούσε να γίνει ο καλύτερος στον κόσμο και αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος του. Έγινε δίμετρος –ή μάλλον… 199 και μισό εκατοστά, όπως ο ακριβολόγος άλτης διόρθωνε κάθε συνομιλητή που έβαζε το δυάρι στην αρχή του ύψους του.
Ήδη σε ηλικία 15 ετών ο Νουσιάινεν τον πήγε σε αγώνες στη γειτονική Φινλανδία. Στην πρώτη του διεθνή παρουσία, ο κυριολεκτικά αιθεροβάμων Σιόμπεργκ ζήτησε να τεθεί αρχικά ο πήχυς στα 2.01μ. Ο προπονητής του το δέχτηκε. Και έφαγαν τα μούτρα τους, με τρεις αποτυχημένες προσπάθειες. Η καλύτερή επίδοση του εφήβου τότε ήταν 2.07…
Ακολουθώντας πιο συνετή προσέγγιση έκτοτε, το δίδυμο ξεκίνησε να συλλέγει νίκες που έφτασαν τις 21 συνεχόμενες κάποια στιγμή. Ο Σιόμπεργκ πρώτευσε το επόμενο έτος, στα 16 του δηλαδή το 1981, στο Σουηδικό Πρωτάθλημα ανοιχτού στίβου και ένα νέο αστέρι είχε γεννηθεί. Δεν τραυματιζόταν ποτέ, κυρίως δεν έχανε προπόνηση ποτέ.
Ταγμένος στον θεωρητικά άπιαστο στόχο του, έσπασε τρις, προτού ενηλικιωθεί, το εθνικό ρεκόρ. Του το πήρε με 2.27μ. ο Τόμας Έρικσον, ίσα για να τον εκνευρίσει και να απογειωθεί λίγους μήνες αργότερα ο 18χρονος Πάτρικ στα 2.33. Τα επανέλαβε και στους πρώτους του Ολυμπιακούς Αγώνες το 1984. Αρκετά για να τον ανεβάσουν στο δεύτερο σκαλί του βάθρου, οριακά πίσω από τα 235 περασμένα εκατοστά του Δυτικογερμανού Ολυμπιονίκη, Ντίτμαρ Μέγκενμπουργκ.
Ο Πάτρικ Σιόμπεργκ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες το 1984
Το σημαδιακό ΣΕΦ και η ντισκοτέκ
Διάσημος πια και παγκοσμίως, ο ψηλόλιγνος Σκανδιναβός με τη μακριά ξανθιά κόμη δεν πτοήθηκε ούτε από το εκ Κούβας “άτι”. Τον Χαβιέρ Σοτομαγιόρ, ο οποίος καταπίνει επιδόσεις με ακόμα μεγαλύτερη συχνότητα. Είναι βέβαια δυόμισι χρόνια μεγαλύτερος ο Σουηδός και άφησε δεύτερο στο Παγκόσμιο κλειστού το 1985 αυτόν που θα γινόταν σύντομα ο κορυφαίος άλτης όλων των εποχών.
Λίγους μήνες νωρίτερα, το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα διεξήχθη σε ένα νεότευκτο στάδιο έξω από την Αθήνα. Στο Ειρήνης και Φιλίας. Από ένα σημείο και μετά έπαιζε μόνος του ο Σιόμπεργκ. Το πρώτο Χρυσό μετάλλιο σε Ευρωπαϊκό ή Παγκόσμιο οποιασδήποτε μορφής στην καριέρα του ήρθε με 2.35μ. στο Φάληρο. Δεν ήθελε πολύ να περάσει και τα 2.40.
Στα πρωτοσέλιδα των ελληνικών εφημερίδων πρώτο θέμα ήταν το Γκέτεμποργκ, όχι όμως για τον αθλητή που αποθεώθηκε από 12.000 θεατές στο ΣΕΦ. Τρεις ημέρες αργότερα ο Παναθηναϊκός έπαιζε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών με τον ομώνυμο σουηδικό σύλλογο και τα κομμένα ράμματα του Γιάννη Κυράστα “έφαγαν” στους πηχυαίους (να η σύνδεση με το ύψος!) τίτλους το γέννημα-θρέμμα του Γκέτεμποργκ.
Μας είχε έρθει φρέσκος από Παγκόσμιο ρεκόρ στον κλειστό στίβο, με 2.38μ. στο Δυτικό Βερολίνο. Βέβαια, στην εβδομάδα που μεσολάβησε, μέχρι να έρθει στην Ελλάδα, του το πήρε με ένα εκατοστό παραπάνω ο Μέγκενμπουργκ!
Πάντα διακριτικά παρών ο Νουσιάινεν. Στην πρώτη σειρά σε κάθε πέταλο, να συμβουλεύει τον μαθητή, θετό γιο και (δυστυχώς) όχι μόνο Πάτρικ. Το 1986 ήταν ψιλονεκρή στιβικά χρονιά και το αστέρι της Έργκριτε, ομάδας του Γκέτεμποργκ, πύκνωσε τις δημόσιες εμφανίσεις του σε άσχετες εκδηλώσεις. Με τους δημοσιογράφους διατηρούσε αυστηρή έως ψυχρή σχέση, μα δεν έλεγε «όχι» στα πάρτι. Με ρέγουλα, διότι τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμη.
Ξανάρθε αρχές Φεβρουαρίου του 1987 στην Ελλάδα και δη στο Ειρήνης και Φιλίας, έσπασε εκ νέου το Παγκόσμιο ρεκόρ στον κλειστό στίβο! Απλό διεθνές μίτινγκ φιλοξενήθηκε στο φαληρικό στάδιο (που θα γνώριζε μεγαλύτερες πιένες τον Ιούνιο στο Ευρωμπάσκετ) και το 2.40μ. -πια- του Δυτικογερμανού Κάρλο Τρένχαρντ ξεπεράστηκε κατά ένα εκατοστό. Πέντε χιλιάδες θεατές τούτη τη φορά πανηγύρισαν μαζί του και ο Σκανδιναβός τούς ευχαρίστησε θερμά στις δηλώσεις του, έχοντας ήδη καβατζώσει τον πήχυ για ενθύμιο!
Ακολούθησε πάρτι σε ντισκοτέκ του Κολωνακίου, όπως σημειώνει στο ρεπορτάζ του στην «Αθλητική Ηχώ» ο Μάκης Τσίλκος. Κάπως έτσι πέρασαν σε δεύτερο πλάνο τα Πανελλήνια ρεκόρ που καταρρίφθηκαν την ίδια μέρα –και ένα που ισοφαρίστηκε. Τα 2.19μ. στο ίδιο αγώνισμα, το άλμα εις ύψος. Το είχε ο Κοσμάς Μιχαλόπουλος και τα πέρασε για πρώτη φορά ο 17χρονος Λάμπρος Παπακώστας. O Σουηδός είχε ξεκινήσει τις δικές του προσπάθειες από τα 2.22…
Ο Πάτρικ Σιόμπεργκ.
Το δικό του “χρυσό” 1987
Αυτοσυγκέντρωση για μερικά δευτερόλεπτα, κάποια βήματα πίσω, λίγα εισαγωγικά προς τα μπροστά. Ώστε να πάρει φόρα. Και έφυγε. Δεκατρία βήματα με τον διασκελισμό προοδευτικά να μεγαλώνει, γερό πάτημα στο αριστερό πόδι, πτήση. Οριακά μεν, κρυστάλλινα δε, πέρασε πάνω από τον πήχυ. Τον ακούμπησε μονάχα με το πόδι, ανεπαίσθητα. Παγκόσμιο ρεκόρ και στον ανοιχτό στίβο, με 2.42μ.!
Ντυμένος στα λευκά, με το «5» στην εμφάνιση, σήκωσε τις γροθιές ψηλά και έφυγε και ο ίδιος προς τον κόσμο που είχε γεμίσει το στάδιο της Στοκχόλμης για χάρη του. Μη φανταστείτε τίποτα εξαλλοσύνες. Εγκρατής στη συμπεριφορά, φειδωλός ως Σκανδιναβός, ο Σιόμπεργκ έκανε τον γύρο του θριάμβου με τους πάντες πια στο πόδι –και με καμιά εικοσαριά παιδάκια να τον έχουν πάρει από πίσω στη γύρα, με καμιά δεκαριά φωτογράφους να τρέχουν από μπροστά για να απαθανατίσουν την ιστορική στιγμή.
Είμαστε πάντα στο 1987. Το έτος κατά το οποίο έγινε το Νο.1 από κάθε άποψη. Μετά το ΣΕΦ τον Φλεβάρη, το WR κόλλησε δίπλα στο όνομά του και στο μίτινγκ στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Ήθελε πολύ να το προσφέρει στους ανθρώπους του, το έκανε. Οι διοργανωτές είχαν προνοήσει να βάλουν το ύψος τελευταίο αγώνισμα εκείνο το ζεστό καλοκαιρινό βράδυ και μετά τις 21:30, όταν έδωσε το ιστορικό σάλτο ο Σιόμπεργκ, άλλοι αθλητές δεν είχαν απομείνει στο ταρτάν.
Είχε μεσολαβήσει και το Χρυσό στο Ευρωπαϊκό κλειστού του Λιεβέν με 2.38, ακολούθησε εκείνο στο Παγκόσμιο ανοιχτού με την ίδια επίδοση τον Σεπτέμβριο στη Ρώμη. Έφτασε σε αυτήν δίχως αποτυχημένη προσπάθεια, εξού και υπερίσχυσε στην ισοβαθμία των Σοβιετικών Ίγκορ Πάκλιν και Χενάντι Αβντιεγένκο.
Στο περιοδικό «Track & Field News» ψηφίστηκε πέμπτος καλύτερος αθλητής στίβου στον πλανήτη, πίσω μόνο από τον Μπεν Τζόνσον (πριν την αποκαθήλωσή του λόγω ντόπινγκ) και τα ιερά τέρατα Σαΐντ Αουίτα, Καρλ Λιούις και Σεργκέι Μπούμπκα.
Ο Αβντιεγένκο θριάμβευσε -πάντα με 2.38- στους Ολυμπιακούς της Σεούλ, όπου ο Σιόμπεργκ έμεινε στα 2.36 και μοιράστηκε το Χάλκινο με τον επίσης Σοβιετικό Ρούντολφ Ποβαρνίτσιν. Είχε κατακτήσει νωρίτερα μέσα στο 1988 το Ευρωπαϊκό κλειστού, όπως το κατέκτησε και το 1992 με τα… αναπόφευκτα 2.38μ.
Στη Βαρκελώνη ήταν καιρός να στεφθεί Χρυσός Ολυμπιονίκης ο Σοτομαγιόρ, απών στους δύο προηγούμενους Ολυμπιακούς Αγώνες, επειδή τους είχε μποϊκοτάρει η χώρα του. Ο Κουβανός είχε σπάσει το Παγκόσμιο ρεκόρ ανοιχτού στίβου το 1988 και πλέον το είχε ανεβάσει στο 2.45.
Στην καταλανική πόλη όμως έμεινε στο 2.34μ. Το πέρασαν άλλοι τέσσερεις άλτες, ανάμεσά τους ο “αργυρός” Σιόμπεργκ. Οι άλλοι τρεις μοιράστηκαν το Χάλκινο μετάλλιο! Ο Σουηδός έγινε ο πρώτος αθλητής στην ιστορία του αγωνίσματος με τρία μετάλλια σε (συναπτούς μάλιστα) Ολυμπιακούς. Τον έφτασε και ξεπέρασε μονάχα ο Μουτάζ Εσά Μπαρσίμ το 2024.
Ο Πάτρικ Σιόμπεργκ το 1988 στη Σεούλ και το 1992 στη Βαρκελώνη.
Το πιο σημαντικό παράδειγμα
Θεωρούμενος ως ο πρώτος επαγγελματίας Σουηδός αθλητής, δεδομένου ότι συμμετείχε ανελλιπώς στα επί… χρήμασι μίτινγκ που καθιέρωσε η IAAF στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Σιόμπεργκ καλλιέργησε και την εικόνα του playboy με τις κοσμικές εξόδους και τις πανέμορφες συνoδούς. Την ενίσχυε αυτή την εικόνα με στοχευμένες κινήσεις. Σαν εκείνη στη Σεούλ, όταν πήγε να παραλάβει το μετάλλιο, ντυμένος με τζιν και μπότες.
Παράπονό του, σε αγωνιστικό επίπεδο, ότι δεν πήρε ποτέ Χρυσό σε Ολυμπιακούς. Το πίστευε όσο ποτέ, προετοιμαζόμενος για εκείνους του 1996. Έναν χρόνο δηλαδή αφότου ήταν ο σημαιοφόρος της σουηδικής ομάδας (αλλά και έκτος στον Τελικό) στο Ullevi. Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στο δικό του Γκέτεμποργκ.
«Στην Ατλάντα είχα εύκολα τα 2.40, θα κέρδιζα τον Τσαρλς Όστιν. Ήμουν στην καλύτερη φόρμα της ζωής μου. Μία τέτοια επιτυχία θα μου έδινε κίνητρο να πάω και σε πέμπτους Αγώνες», έχει πει σε συνέντευξή του στον παλιό σπρίντερ, Άτο Μπόλντον. Έπαθε όμως διάταση στον μηρό λίγες ημέρες πριν τον προκριματικό. Δεν κατέβηκε, δεν ήρθε ούτε στην Αθήνα στο Παγκόσμιο του 1997. Τραυματίστηκε στο ίδιο σημείο, τρέχοντας στα γυρίσματα μιας τηλεοπτικής εκπομπής!
Απογοητεύτηκε, οι ενοχλήσεις και δη στην πλάτη πλήθυναν, τα παράτησε.
Αποτέλεσε παράδειγμα για πολλούς σύγχρονους και κατοπινούς συναθλητές του, όπως ο κορυφαίος Έλληνας άλτης, Λάμπρος Παπακώστας, ο οποίος θαύμαζε την τεχνική του.
Κατά σύμπτωση, αμφότεροι παντρεύτηκαν Βραζιλιάνες. Ο Σιόμπεργκ τη Ρενάτα Ροντρίγκες Καρντόσο, σύζυγό του από το 2005 έως το 2013.
Το σημαντικότερο είναι ότι αποτέλεσε παράδειγμα, κοινοποιώντας το δράμα του. Ανακοίνωσε και τυπικά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση τον Μάρτιο του 1999. Τρεις μήνες αργότερα ο Νουσιάινεν πέθανε, σε ηλικία μόλις 55 ετών. Τότε η μνήμη του τιμήθηκε σε αγώνες στο Ullevi, παρουσία και του Σιόμπεργκ.
Ο Πάτρικ Σιόμπεργκ με τον Βίλιο Νουσιάινεν.
Πολύ αργότερα, το 2011, ο τελευταίος εξέδωσε τη βιογραφία του με τίτλο «Αυτό που δεν είδατε». Κανείς δεν είχε καν αντιληφθεί ότι πίσω από την αγαστή αθλητικά σχέση αθλητή-προπονητή σοβούσε μια σεξουαλική κακοποίηση. Ξεκίνησε, όταν ο Πάτρικ ήταν 10 ετών, σταμάτησε όταν ήταν 14. Πολύ δηλαδή αφότου ο Φινλανδός είχε μπει και μέσα στο σπίτι του με την ιδιότητα του πατριού.
«Προσπάθησα να ξεχάσω τι μου είχε συμβεί, αλλά νομίζω πως θα είμαι θυμωμένος μια ζωή. Όταν πέθανε, αισθάνθηκα ανακούφιση. “Δεν θα μάθαινε κανένας τι συνέβη”, έλεγα στον εαυτό μου. Αλλά, αντί να ντρέπομαι, αποφάσισα να το μοιραστώ και να παρακινήσω και άλλα άτομα στη θέση μου να μιλήσουν».
Όπερ και εγένετο. Ο Νουσιάινεν αποκαλύφθηκε ότι είχε κακοποιήσει και τον Σουηδό άλτη, Γιανίκ Τρεγκάρο, όπως και δεκάδες ακόμα άτυχα παιδιά που βρέθηκαν στον δρόμο του –και πήραν θάρρος από το σχετικό coming out του Σιόμπεργκ, καταγγέλλοντας τη δική τους. Ο Πάτρικ αφιερώθηκε έκτοτε στην υπεράσπιση τέτοιων θυμάτων, ενθυμούμενος τα όσα πέρασε, δίνοντας διαλέξεις, συνεργαζόμενος με ιδρύματα αλλά και με την παρουσία του στα social media.
Ο άλτης των 199 εκατοστών και των 99 πόλεων (σε 27 διαφορετικές χώρες), στις οποίες εμφανίστηκε, παραμένει ο κάτοχος του Ευρωπαϊκού ρεκόρ. Παγκοσμίως, εκείνο το 2.42μ. είναι η πέμπτη καλύτερη επίδοση όλων των εποχών. Τις τρεις καλύτερες τις έχει ο (ίδιος αθλητής, ο) Σοτομαγιόρ…
Ο Μπαρσίμ ξεπέρασε τον Σιόμπεργκ μετά από 27 ολόκληρα χρόνια, ανεβαίνοντας στο Νο.2. Λεπτομέρειες, μπροστά στο πολύ πιο σημαντικό έργο στο οποίο έχει επιδοθεί.

Πηγή: Athletestories















