Επιλογή Σελίδας

Του Αντώνη Καρπετόπουλου

Ο Γιάννης Κωνσταντέλιας είναι αναμφίβολα ο πιο προικισμένος ποδοσφαιριστής της γενιάς του και το λέω γνωρίζοντας ότι στην συγκεκριμένη γενιά ανήκουν παίκτες που έχουν κάνει μεταγραφές εκατομμυρίων όπως ο Μπάμπης Κωστούλας, παίκτες που διαπρέπουν στα πρωταθλήματα που αγωνίζονται όπως ο Χρήστος Τζόλης και παίκτες που ενώ έχουν να δείξουν πολλά ακόμα όπως ο Στέφανος Τζίμας και ο Κωνσταντίνος Καρέτσας με έχουν πείσει για το ταλέντο τους.

Το χάιλάιτ της καριέρας του

Σε σχέση με όλους αυτούς ο Κωνσταντέλιας έχει κάτι παραπάνω για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι έχει σηκώσει τη φανέλα μιας ομάδας η οποία κάνει πρωταθλητισμό όπως είναι ο ΠΑΟΚ: ο Κωνσταντέλιας δεν έφυγε για να πάει στο εξωτερικό μετά από μία καλή χρονιά του αναζητώντας εκεί την προσοχή που θα του έδινε το γεγονός ότι έκανε μια ακριβή μεταγραφή αλλά έμεινε εδώ και καθιερώθηκε σε μια ομάδα στην οποία οι συνθήκες είναι αντικειμενικά πιεστικές. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την αντίληψη για το ποδόσφαιρο. Ο Κωνσταντέλιας είναι ένας μεγάλος αρτίστας. Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο Ελληνα ποδοσφαιριστή του καιρού μας παίζει για να διασκεδάσει τον κόσμο που πάει στο γήπεδο. Με τον τρόπο του δείχνει πως όχι μόνο δεν έχει πρόβλημα με τις απαιτήσεις αλλά θέλει ο ποδοσφαιρόφιλος να περιμένει από αυτόν να δικαιολογήσει την αξία του και τα καλά λόγια που τον συνοδεύουν σε κάθε ματς. Γι’ αυτό και στα χαϊλάιτ της καριέρας του Κωνσταντέλια θα πρέπει να υπάρχουν υποχρεωτικά κάποιες μοναδικές σκηνές αποθέωσης από οπαδούς αντιπάλων του ΠΑΟΚ. Το ζεστό χειροκρότημα κάποτε στο γήπεδο της ΑΕΚ. Τα μπράβο που έχει κερδίσει στο Καραϊσκάκη. Την αναγνώριση στο γήπεδο της Λεωφόρου όπου κάποτε τον χειροκρότησαν αφού μάλιστα προηγουμένως με μερικές ενέργειες είχε πληγώσει τον Παναθηναϊκό.

Ο Κωνσταντέλιας ενώνει τους Ελληνες ποδοσφαιρόφιλους όπως πολύ λίγοι ποδοσφαιριστές έχουν κάνει στο παρελθόν. Και είναι βέβαιο ότι έχει αδικηθεί στην Εθνική ομάδα. Όχι γιατί οι συμμετοχές του είναι λίγες, (μόλις…) αλλά γιατί κανείς από τους προπονητές που έχουν δουλέψει αυτά τα τελευταία χρόνια δεν έχει κάνει αυτό που είναι το προφανές να στήσει δηλαδή την επίθεση της ομάδας πάνω του.

Διχασμοί και αποτυχίες

Γιατί έχει συμβεί αυτό; Για δύο λόγους. Πρώτα απ’ όλα γιατί συμβαίνει και στις εθνικές ομάδες οι προπονητές να εμπιστεύονται λίγο περισσότερο τους βετεράνους παίκτες που παίζουν σε κομβικές θέσεις: έτσι έχει συμβεί για παράδειγμα με τον Τάσο Μπακασέτα και τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Και έπειτα γιατί η χρησιμοποίηση ενός ποδοσφαιριστή όπως ο Κωνσταντέλιας δεν είναι και τόσο απλή υπόθεση, αν μάλιστα δεν υπάρχουν οι καταλληλότεροι ποδοσφαιριστές για να τον πλαισιώσουν. Ενδεχομένως από τον Γιοβάνοβιτς λείπουν δυο σκληρά χαφ που να γεμίζουν το χώρο στην πλάτη του Κωνσταντέλια – ίσως ομοσπονδιακός να πιστεύει και ότι η συνύπαρξη του με τον Τζόλη και τον Καρέτσα είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο με δεδομένο ότι και οι τρεις θέλουν πολύ τη μπάλα. Όπως και να ‘χει ο άσος του ΠΑΟΚ δεν έχει πάρει τις ευκαιρίες που θα πρέπε κι έχει δίκιο να είναι στεναχωρημένος και θυμωμένος με αυτή την αντιμετώπιση. Αλλά η απόφασή του να πει αντίο στην Εθνική είναι τελείως λανθασμένη και πρέπει να την αλλάξει πριν μετανιώσει ο ίδιος και πριν άθελά του προκαλέσει κάποια ζημιά στην ίδια την Εθνική ομάδα αλλά και στο ελληνικό ποδόσφαιρο γενικότερα. Που αντέχει πολλά αλλά όχι και με διχασμούς που έχουν να κάνουν με το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα. Διχασμούς που στο παρελθόν έχουν πληρωθεί με του κόσμου τις αποτυχίες.

Δεν έχει απολύτως άδικο

Ο Κωσταντέλιας, σούπερ ταλαντούχος παίκτης κατά τα άλλα, πρέπει να καταλάβει κάτι πολύ απλό: ότι από μόνο του το ταλέντο δεν αρκεί αν δεν συνδυάζεται με αρκετή προσωπικότητα. Αυτό που για μας είναι δεδομένο, δεν είναι τόσο εύκολο να το καταλάβουν πολλές φορές οι προικισμένοι ποδοσφαιριστές. Ειδικά αυτοί μπορεί να νιώσουν ένα κάτι που μοιάζει με απουσία αναγνώρισης του ταλέντου τους – να αισθανθούν δηλαδή αδικία.

Όσο πιο ταλαντούχος είναι ένας ποδοσφαιριστής τόσο πιο πολύ νομίζει ότι πολλά στην καριέρα του είναι εύκολα: η συμμετοχή στην Εθνική, ο ηγετικός ρόλος, το περιβραχιόνιο του αρχηγού, η εκτίμηση των προπονητών θεωρούνται στο μυαλό του δεδομένα. Δεν είναι έτσι ακριβώς. Πολλές φορές ένας ταλαντούχος ποδοσφαιριστής πιστεύει ότι το μοναδικό κριτήριο για την αποδοχή του πρέπει να είναι η μπάλα που ξέρει και τίποτα άλλο. Δυσκολεύεται να καταλάβει μια διαδικασία κρίσης κι αξιολόγησης – χωρίς μάλιστα να έχει κι εντελώς άδικο.

Τι είναι χρήσιμο να συμβεί στην περίπτωση που αισθάνεται ότι αδικείται; Να του τύχει κάτι που να τον κάνει να πεισμώσει, να βγάλει θέληση και να δείξει επιμονή. Σε μερικές περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι ένας αληθινά άδικος παραγκωνισμός: υπάρχουν ποδοσφαιριστές που όταν ένιωσαν ότι ο προπονητής τους δεν τους δίνει την πρέπουσα προσοχή, έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να το αλλάξουν γνώμη. Αλλά δεν μπορούμε να απαιτούμε από τους ανθρώπους να έχουν όλοι ακριβώς την ίδια συμπεριφορά: πιθανότητα ο Κωνσταντέλιας δεν έχει αυτού του είδους την όρεξη να μπει σε μια διαδικασία αντιπαραθέσεων και κάπως έτσι είπε πολύ εύκολα το φεύγω.

Προσωπικά δεν τον κακίζω και νομίζω πως τον καταλαβαίνω. Λέω όμως στον ίδιο και στους ανθρώπους που έχει δίπλα του κάτι πολύ απλό: ότι αυτή η διαδικασία της άρνησης δεν θα του βγει σε καλό. Αν τον γνώριζα προσωπικά θα του έλεγα ότι το καλύτερο που έχει να κάνει ο ίδιος είναι να φροντίσει να αποκομίσει κάτι καλό αλλάζοντας γνώμη: να χρησιμοποιήσει την άρνηση ως διαπραγμάτευση. Θα του έλεγα ότι έχει ταρακουνήσει αρκετά με την δήλωση του τα πράγματα, αλλά δεν χρειάζεται να διαλύσει και τη σχέση του με την Εθνική.

Ας δει λίγο την ιστορία του Μέσι

Θα του έλεγα επίσης κάτι άλλο: να ρίξει μια ματιά στην καριέρα κάποιου που είμαι βέβαιος ότι του αρέσει πάρα πολύ ως παίκτης και είναι και πρόσωπο των ημερών: αναφέρομαι στον Λίο Μέσι. Δέκα ολόκληρα χρόνια, πριν μετά την αποτυχία της Αργεντινής να κερδίσει τη Χιλή σε έναν δεύτερο σερί τελικό στο Copa America, ο Μέσι είπε ότι σταματάει από την εθνική Αργεντινής. Η δήλωση του είχε προκαλέσει τότε ένα είδος εθνικού σοκ. Οι Αργεντίνοι όμως δεν έριξαν λάδι στη φωτιά. Κατάλαβαν την πίκρα του και άφησαν αυτή να εκτονωθεί.

Ο Μέσι άφησε στην άκρη το σίγουρα τεράστιο εγώ του, επέστρεψε στην Εθνική, κέρδισε το Μουντιάλ του 2022 στο Κατάρ και σήμερα κάνει όλο τον κόσμο να παραμιλάει μαζί του. Ποιος θυμάται ότι δέκα χρόνια πριν είπε αντίο στην Εθνική; Πιθανότατα ούτε και ο ίδιος. Αυτός πρέπει να είναι και ο στόχος του Γιάννη Κωνσταντέλια. Να γυρίσει στην Εθνική, να καθιερωθεί και να την οδηγήσει σε επιτυχίες. Και κανείς δεν θα θυμάται ότι τον Ιούνιο του 2026 εν μέσω του παγκοσμίου κυπέλλου είπε ότι δεν θέλει να παίζει στην Εθνική. Όλα περνούν. Κι όταν έχεις το ταλέντο του Κωνσταντέλια όλα συγχωρούνται…

Πηγή: Gazzetta