Του Θάνου Μπλούνα
«Όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά» σύμφωνα με τη γνωστή παροιμία. Δεν θα διαφωνήσουμε.
Και σίγουρα η δήλωση του Αχιλλέα Μπέου περί παρασκηνιακών συζητήσεων και «μαγειρεμάτων», όπως είπε στο τελευταίο δσ της Super League, για αύξηση των ομάδων από 14 σε 16, θα έχει κάποια βάση, προφανώς σε επίπεδο διερευνητικών επαφών.
Ο αριθμός δεν είναι τυχαίος
Έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, όταν φτάνουμε προς την ολοκλήρωση του πρωταθλήματος, να ακούγονται φήμες περί αναδιάρθρωσης.
Η τελευταία θεσμική συζήτηση για αναδιάρθρωση έγινε το περασμένο καλοκαίρι με πρωτοβουλία της ΕΠΟ. Όμως, η Super League ήταν αρνητική κι έτσι η ομοσπονδία περιορίστηκε σε αλλαγές στη Γ’ Εθνική.
Η αναδιάρθρωση του πρωταθλήματος αυτή καθ’ αυτή δεν είναι εξ’ ορισμού μια αρνητική εξέλιξη.
Όμως για να γίνει πρέπει να κριθεί ότι αντανακλά τα ευρύτερα συμφέροντα του ποδοσφαίρου και όχι τα ευκαιριακά συμφέροντα μιάς ή δύο ομάδων που τυχαίνει να κινδυνεύουν με υποβιβασμό και θέλουν εξωαγωνιστικά να διατηρηθούν στην ίδια κατηγορία.
Από το 2019 – 2020 έως σήμερα η Super League διεξάγεται με 14 ομάδες. Ο αριθμός δεν είναι τυχαίος. Προέκυψε έπειτα από μελέτες που έγιναν για τον αριθμό των ομάδων που μπορεί να «σηκώσει» το πρωτάθλημα ώστε αφενός να είναι ανταγωνιστικό και αφετέρου να ξορκίσει αποχωρήσεις όπως του ΟΦΗ το 2015 και αποβολές λόγω οφειλών, όπως της Νίκης Βόλου την ίδια περίοδο.
Οι κατά καιρούς αποπείρες για αλλαγή του αριθμού των ομάδων δεν ευδοκίμησαν και σε αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο η αρνητική στάση των καναλιών που είχαν τα τηλεοπτικά δικαιώματα και ήθελαν τη διατήρηση του αριθμού των ομάδων και τη διεξαγωγή πρωταθλήματος με πλέι οφ και πλέι άουτ.
Αλλά πέρα από τη βούληση των καναλιών και τους συσχετισμούς μεταξύ των ΠΑΕ του συνεταιρισμού, υπάρχει ένα θεσμικό πλαίσιο που αποτρέπει την αναδιάρθρωση ως «πελατειακή σχέση.»
Με άλλα λόγια τόσο ο αθλητικός νόμος όσο και ο κανονισμός αγώνων ποδοσφαίρου προβλέπουν ότι η αναδιάρθρωση από τη στιγμή που αποφασιστεί ισχύει για την μεθεπόμενη αγωνιστική περίοδο και όχι για την αμέσως επόμενη, φράζοντας, έτσι, το δρόμο, σε όσους στοχεύουν σε άμεσα – εξωαγωνιστικά – οφέλη.
Ο ΚΑΠ πάει κι ένα βήμα παραπέρα προβλέποντας ρητά ότι οι «ομάδες που υποβιβάζονται, δεν έχουν δικαίωμα εκ νέου προβιβασμού στην κατηγορία από την οποία υποβιβάστηκαν σε καμία περίπτωση, για την αγωνιστική περίοδο που ακολουθεί τον υποβιβασμό τους.»
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν (υποθετικά μιλώντας) μπορούσε να γίνει αναδιάρθρωση στη Super League με ισχύ από την αμέσως επόμενη περίοδο, οι ομάδες που θα ωφελούνταν, εφόσον μιλάμε για αύξηση, θα ήταν από τη Super League 2.
Όλα τα παραπάνω έχουν αποτρέψει τα ποδοσφαιρικά «ρουσφέτια» κι έχουν συμβάλει -σε συνδυασμό και με άλλους τομείς που έχουν βελτιωθεί- στην ενηλικίωση της Super League και στην διεξαγωγή ανταγωνιστικότερων πρωταθλημάτων.
Πηγή: Monobala














