Του Γιάννη Σερέτη
Eπιστρέφουν και οι διεθνείς, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του από αύριο. Λίγες, ελάχιστες οι μέρες προετοιμασίας για τους προπονητές των τεσσάρων που θα πάρουν μέρος στα play offs. Αδεια για 4-5 μέρες, επανέναρξη των προπονήσεων την Τρίτη, πρώτη συγκέντρωση όλων των παικτών την Πέμπτη, ματς την Κυριακή. Δηλαδή με δυο- τρεις προπονήσεις «κανονικές», με μαζεμένους όλους τους παίκτες, θα πάνε να παίξουν στην πρώτη αγωνιστική.
Το καλό για όλους πλην ΠΑΟΚ είναι ότι επουλώθηκαν οι περισσότερες πληγές τους και οι τραυματίες θα είναι διαθέσιμοι. Το κακό για… όλους είναι ότι ξεκινούν από λευκό χαρτί. Από άγραφο πίνακα. Tabula rasa. Χωρίς ματς και ρυθμό ως σύνολα για δύο εβδομάδες, με ελάχιστες «κανονικές» και γεμάτες προπονήσεις, με κάποιους παίκτες και έξτρα επιβαρυμένους από τα παιχνίδια και τα ταξίδια με τις εθνικές ομάδες τους. Συνεπώς οι προβλέψεις απαγορεύονται και οι εκπλήξεις… καραδοκούν πολύ περισσότερο σ’ αυτή την κυριακάτικη πρεμιέρα συγκριτικά με τις επόμενες αγωνιστικές.
Oι κοινοί παρονομαστές για Ολυμπιακό και ΠΑΟΚ
Για τον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟΚ υπάρχουν τρεις κοινοί παρονομαστές.
- Α) Προέρχονται από χοντρές «γκέλες» στην τελευταία αγωνιστική της regular season, λόγω των οποίων ξεκινούν με βαθμολογικό μειονέκτημα έναντι της ΑΕΚ. Οι αποτυχίες τους εναντίον της ΑΕΛ και του Βόλου αντίστοιχα, αντιμετωπίστηκαν ψύχραιμα από τους δύο οργανισμούς ενόψει της εκκίνησης στην τελική ευθεία, αλλά αν προκύψουν νέες «κολλητές» αποτυχίες σε κάποια από τις δύο πρώτες αγωνιστικές, αυτές τις απώλειες θα τις (ξανα)θυμηθούν όλοι. Και θα λειτουργήσουν «σωρευτικά» στην ατμόσφαιρα γκρίνιας.
- Β) Παίζουν εντός έδρας, συνεπώς έχουν μια έξτρα «υποχρέωση» νίκης. Όπως έχει αποδειχθεί πολλάκις στα play offs, εκείνος ο οποίος δεν χάνει ούτε βαθμό στο γήπεδό του (σπάνιο, αλλά έχει συμβεί), αποκτά τεράστιο πλεονέκτημα, διότι είναι… απίθανο να μην πάρει βαθμούς εκτός έδρας.
- Γ) Αμφότεροι έχουν το «πρέπει». Για πολλούς λόγους. Και για βαθμολογικούς και για ψυχολογικούς και για την ατμόσφαιρα στην ομάδα συνολικά, καθώς ακολουθεί νέα διακοπή 15 ημερών λόγω Πάσχα μέχρι τη δεύτερη αγωνιστική.
Για τον ΠΑΟΚ μοιάζει αυτονόητο αυτό το «πρέπει». Δεν νομίζω ότι υπάρχει σοβαρός άνθρωπος στην ομάδα που να πιστεύει ότι με δύο ανταγωνιστές μπορεί να επαναληφθεί κάποιο θαύμα σαν και το προπέρσινο μετά την γκέλα στη Λαμία. Αν δεν νικήσει στην Τούμπα τον τέταρτο Παναθηναϊκό δεν «χάνεται» οριστικά, όμως το πράγμα θα δυσκολέψει πολύ. Ηδη έχει δυσκολέψει πολύ περισσότερο απ’ ότι φαίνεται, διότι είναι πολλές οι απώλειες και η ομάδα ρυθμό δεν έχει. Για τον Ολυμπιακό επίσης υπάρχει μεγάλο «πρέπει». Ούτε εκείνος «χάνεται» αν δεν νικήσει. Αλίμονο, πρώτη αγωνιστική είναι! Όμως θα μείνει πίσω από την Ενωση, το κοντέρ θα μείνει κολλημένο στη μία και μοναδική νίκη εφέτος σε ντέρμπι, η ΑΕΚ θα αποκτήσει και ψυχολογικό αβαντάζ, η πίεση θα είναι μεγαλύτερη ενόψει Λεωφόρου. Κι ας μην ξεχνάμε ότι στο παρελθόν όταν ο Ολυμπιακός όταν παίρνει φόρα – φόρα/κατηφόρα είναι επιρρεπής στην ολοκληρωτική κατρακύλα.
Η «παγίδα» και η ευκαιρία για ΑΕΚ και Παναθηναίκό
Από την άλλη πλευρά, για τον Παναθηναϊκό και την ΑΕΚ η πρώτη αγωνιστική είναι μια ευκαιρία, την οποία όμως δεν πρέπει να αντιμετωπίσουν ως «ευκαιρία», αλλά ως υποχρέωση! Αν πάνε στην Τούμπα και στο Φάληρο με τη λογική του «πάμε να παίξουμε ένα μεγάλο ματς κι’ ό,τι γίνει, δεν χάνουμε κάτι αν ηττηθούμε», το πιθανότερο είναι να φύγουν με κατεβασμένα κεφάλια, ίσως και με πολλά γκολ στην πλάτη. Είναι όντως μεγάλη ευκαιρία και για τους δυο, διότι το timing για τους αντιπάλους τους δεν είναι το καλύτερο και η πίεση για νίκη θα είναι στις πλάτες των αντιπάλων. Σ’ αυτό το βάρος, όμως καλούνται να επενδύσουν και να βρουν κυρίως αμυντικά (επιθετικά θα τις βρουν τις στιγμές τους, το θέμα είναι αν θα τις αξιοποιήσουν…) τους μηχανισμούς εκείνους με τους οποίους θα περιορίσουν τους αντιπάλους τους…
Υ.Γ. Πριν από ένα έτος, στις 9/4/2025, ο πρώην αρχηγός της Εθνικής Γερμανίας, Φίλιπ Λαμ, είχε γράψει ένα κείμενο περίπου 1.000 λέξεων για το ιταλικό ποδόσφαιρο, το οποίο είχε δημοσιευτεί σε σημαντικά media εξωτερικού και στην Ελλάδα από την «Εφημερίδα των Συντακτών». Υπότιτλός του ήταν ο εξής: «Οι σημερινές ιταλικές ομάδες μού θυμίζουν μια Ferrari με λιγότερα από 200 άλογα που μένει από καύσιμα δέκα γύρους πριν από τον τερματισμό». Και σταχυολογούμε από το γραπτό ενός τεράστιου ποδοσφαιριστή που συνήθως έφευγε με κατεβασμένο κεφάλι εναντίον ιταλικών ομάδων: «Είμαι Γερμανός, όμως θεωρώ τον εαυτό μου και «παιδί» του ιταλικού ποδοσφαίρου. «Σχολείο» μου ήταν η Μίλαν. Η νίκη της με 4-0 επί της Μπαρτσελόνα στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 1994 ήταν υπόδειγμα στις προπονήσεις ως προς τη συλλογική άμυνα και επίθεση μιας ομάδας. Τι αποστάσεις κρατούμε; Ποιος είναι υπεύθυνος για να ανακτά την μπάλα; Πότε απαγορεύονται οι διαγώνιες μεταβιβάσεις; Ηταν ο αγώνας που μας έδειχνε πιο συχνά ο Σουηδός εκπαιδευτής μας, Μπγιορν Αντερσον -πρέπει να τον είχε παρακολουθήσει τουλάχιστον εκατό φορές…
Αλλη μία εμπειρία μου από την Ιταλία: όταν ήμουν παιδί, το να αγωνιζόμαστε απέναντι σε ιταλική ομάδα ήταν εφιάλτης. Σε τουρνουά στη Σικελία, το Βιαρέτζο ή τη Σαρδηνία, σχεδόν πάντα μας… τσάκιζαν. Αργότερα, χάσαμε από την Ιταλία στα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006 και του Euro 2012 με την Εθνική Γερμανίας. (…)
Ξέρω τι καθιστά δυνατό το ιταλικό ποδόσφαιρο. Ή μάλλον, τι το καθιστούσε δυνατό. Εκείνος ο τίτλος του 2010 της Ιντερ ήταν το τελευταίο Τσάμπιονς Λιγκ τους μέχρι σήμερα. Κάποτε ήταν η καλύτερη λίγκα στον κόσμο, όμως επί 15 χρόνια παρακολουθεί άλλους να σηκώνουν το μεγάλο τρόπαιο. (…)
Στο παρελθόν, όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στην Ιταλία. Το Μιλάνο ήταν η ποδοσφαιρική πρωτεύουσα του κόσμου. Εδώ στη Γερμανία, μια φράση του Αντρέας Μέλερ είχε ξεχωρίσει: «Μιλάνο ή Μαδρίτη -αρκεί να ’ναι στην Ιταλία!». Ολοι ακόμα καταλαβαίνουν τι εννοούσε, όχι μόνο όσοι πάνε διακοπές στην Ιταλία.
Βάση της ανωτερότητάς τους ήταν η προσαρμοσμένη στην μπάλα άμυνα ζώνης του Αρίγκο Σάκι, που μέχρι και σήμερα είναι το λειτουργικό σύστημα του ποδοσφαίρου. Το σύστημα αυτό υιοθέτησε ολόκληρη η Ιταλία, κάτι που τους έδωσε συγκριτικό πλεονέκτημα. (…)
Η βασικότερη αθλητική αιτία για την κρίση του κάλτσιο εντοπίζεται στον αγωνιστικό χώρο. Υπάρχει έλλειψη πρωτοβουλίας, αφοσίωσης και αθλητικών προσόντων. Η Ιταλία ξοδεύει πολύ λιγότερα από τις υπόλοιπες τέσσερις μεγάλες ευρωπαϊκές λίγκες (Αγγλία, Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία). Οι παίκτες τρέχουν λιγότερο. Κάποτε διάβασα ένα εντυπωσιακό στατιστικό: η χαμηλότερης αξίας ομάδα της Μπουντεσλίγκα τρέχει περισσότερο από την υψηλότερης αξίας ομάδα της Σέριε Α. Η Ιταλία δεν έχει ανανεώσει το λειτουργικό της σύστημα: δουλεύει υπερβολικά αργά. (…) Αυτή η έλλειψη δυναμισμού έχει συνεχιστεί και οδηγεί σε πρόβλημα ποιότητας. Σε ποδόσφαιρο όπου δεν ασκείται πίεση από τους αντιπάλους, κανένας παίκτης δεν αναπτύσσει τις ικανότητές του. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν πλέον μονάδες σαν τους Μπάτζιο, Ντελ Πιέρο, Καναβάρο, Μαλντίνι, Μπαρέζι, Γκατούζο, Πίρλο. (…)
Πρόσφατα, η «Σκουάντρα Ατζούρα» ήταν καλύτερα οργανωμένη από τους Γερμανούς στα προημιτελικά του Nations League, όμως δεν μπορούσε να τους συναγωνιστεί σε ένταση. Οπως είπε ο Τζοβάνι Τραπατόνι, «η Ιταλία έπαιξε σαν να είχε αδειανό ντεπόζιτο καυσίμου».
Από τακτικής άποψης, οι ποδοσφαιριστές της Ιταλίας είναι ακόμα καλοί, ειδικά σε σύγκριση με τους Γερμανούς και τους Αγγλους. Αμυντικά παραμένουν προσαρμοσμένοι στην μπάλα, αποδίδουν σε προσωπικές μονομαχίες και ξέρουν να παίρνουν ρίσκα. Η εθνική τους ομάδα το εκμεταλλεύεται αυτό στην εντέλεια, όπως αποδείχθηκε με τον τίτλο στο Euro 2021. Ομως το να στηρίζεται μια ομάδα σε ισχνό προβάδισμα 1-0 μπορεί να στραβώσει. (…)
Πώς μπορεί αυτή η παραδοσιακά ποδοσφαιρική χώρα να βρει τον δρόμο της και να ανακτήσει τη χαμένη δόξα της; Δεν μου φαίνεται τόσο περίπλοκο. Μια βαριά ήττα με οδηγεί στο συμπέρασμα. Με την Μπάγερν είχαμε αποκλειστεί στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ του 2016 από την Ατλέτικο Μαδρίτης. Οι αντίπαλοί μας έπαιξαν 180 λεπτά σε ύψιστη ένταση. Το ποδόσφαιρο του Ντιέγο Σιμεόνε ακόμα με εντυπωσιάζει. Το καλό νέο για την Ιταλία είναι ότι ακόμα μπορείς να κερδίσεις με αμυντικό ποδόσφαιρο. Ομως δεν είναι λύση η επιβράδυνση, ούτε είναι αρκετή η περασμένη δόξα. Πρέπει να προσθέσεις κάτι: δύναμη όταν κερδίσεις την μπάλα, ενεργητικότητα στην κατοχή και διαρκής θέληση να επιτίθεσαι, το στιλ του Σιμεόνε δηλαδή. Μπορεί κανείς να μάθει πολλά από το πάθος του Αργεντινού προπονητή. Στην πραγματικότητα, κάθε ιταλική ομάδα θα έπρεπε να παίζει όπως η Ατλέτικο Μαδρίτης».
Ας τα κρατήσουμε όλα αυτά σε μια άκρη του μυαλού μας. Κι ας δούμε τι θα κάνουν από εδώ και πέρα οι Ιταλοί. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον.
Πηγή: Gazzetta














