Επιλογή Σελίδας

Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου

Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που σημάδεψαν συλλόγους. Υπάρχουν σύλλογοι που καθόρισαν εποχές. Και υπάρχουν ελάχιστες περιπτώσεις όπου μια μη πραγματοποιημένη σχέση άφησε αποτύπωμα σχεδόν ισάξιο με μια πραγματική συνεργασία. Η ιστορία του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα με τη Γιουβέντους ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.

Ο Μαραντόνα δεν φόρεσε ποτέ τη φανέλα της «Μεγάλης Κυρίας». Κι όμως, η παρουσία του καθόρισε όσο λίγοι την πορεία της. Την αμφισβήτησε, τη νίκησε, τη λύγισε και –κυρίως– έσπασε ένα κατεστημένο δεκαετιών. Για τη Γιουβέντους, σύμβολο εξουσίας, πειθαρχίας και θεσμικής κυριαρχίας, ο Αργεντινός ήταν το απόλυτο αντίθετο: πάθος, χάος, λαϊκή εξέγερση με μια μπάλα στα πόδια.

Στην Ιταλία των ’80s, όπου το ποδόσφαιρο ήταν πολιτική, κοινωνική διαστρωμάτωση και γεωγραφική σύγκρουση Βορρά – Νότου, ο Μαραντόνα δεν υπήρξε απλώς ένας σούπερ σταρ. Ήταν σύμβολο αντίστασης. Και η Γιουβέντους, με τη δύναμη της οικογένειας Ανιέλι, τους τίτλους και την αίγλη, ήταν ο ιδανικός «εχθρός».

Κι όμως, πριν γίνει ο απόλυτος αντίπαλος, ο Ντιέγκο παραλίγο να γίνει… Γιουβεντίνος. Ένα όνειρο που έμεινε μισό, μια ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ, αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό απέκτησε μυθικές διαστάσεις. Το απόγευμα της Κυριακής (25/01-19.00) συγκρούονται δυο κόσμοι, Γιούβε – Νάπολι και το Derby Stories θυμάται την μπάλα του Ντιέγκο…

image

Το όνειρο που δεν έγινε ποτέ: όταν ο Μαραντόνα έφτασε μια ανάσα από τη Γιουβέντους

Λίγοι γνωρίζουν ότι ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα πλησίασε στο να φορέσει τη φανέλα της Γιουβέντους. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ο Αργεντινός μάγος αναζητούσε το μεγάλο του πέρασμα στην Ευρώπη, το Τορίνο βρισκόταν σταθερά στο μυαλό του ως ο ιδανικός προορισμός. Όχι μόνο επειδή η «Μεγάλη Κυρία» ήταν η πιο ισχυρή ομάδα της Ιταλίας, αλλά επειδή αντιπροσώπευε το απόλυτο ποδοσφαιρικό στάτους της εποχής.

Η Γιουβέντους των αρχών των ’80s ήταν κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος. Ήταν αυτοκρατορία. Στο ρόστερ της συνυπήρχαν ο Μισέλ Πλατινί, ο Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ, ο Μάρκο Ταρντέλι, ο Κλαούντιο Τζεντίλε – παίκτες-σύμβολα μιας ομάδας που κέρδιζε τίτλους, όριζε ρυθμούς και καθόριζε τις ισορροπίες του ιταλικού ποδοσφαίρου. Για έναν νεαρό Μαραντόνα, που μόλις είχε αρχίσει να καταλαβαίνει το μέγεθος του ταλέντου του, η Γιούβε έμοιαζε με τον φυσικό προορισμό.

Ο ίδιος ο Ντιέγκο το παραδέχτηκε αργότερα, σε συνεντεύξεις και εξομολογήσεις: πριν καταλήξει στη Νάπολι, πίστευε ότι η καριέρα του θα τον οδηγούσε στο Τορίνο. Υπήρξαν επαφές, υπήρξαν διερευνητικές συζητήσεις, υπήρξε ενδιαφέρον. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Όμως, όσο προχωρούσαν οι κουβέντες, τόσο γινόταν φανερό ότι υπήρχε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, όχι αγωνιστικό, αλλά βαθιά φιλοσοφικό.

Η Γιουβέντους δεν ήθελε ποτέ έναν παίκτη μεγαλύτερο από τον σύλλογο. Το DNA της βασιζόταν στην πειθαρχία, στην ιεραρχία, στη συλλογική υπεροχή πάνω από το άτομο. Ακόμα και οι σπουδαιότεροι αστέρες της έπρεπε να υπηρετούν το σύστημα. Ο Μαραντόνα, όμως, δεν μπορούσε –και δεν ήθελε– να είναι απλώς «ένας από τους πολλούς». Δεν ήθελε να είναι το γρανάζι μιας μηχανής, ήθελε να είναι ο άξονάς της.

Υπήρξε ενδιαφέρον από τη Γιουβέντους. Υπήρξαν συζητήσεις. Το όνομα του Μαραντόνα πέρασε από τα γραφεία του Τορίνο στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ακόμα αναζητούσε το ιδανικό του λιμάνι στην Ευρώπη. Όμως ο Μπονιπέρτι είδε κάτι που άλλοι αγνόησαν: ότι ο Ντιέγκο δεν θα ενσωματωνόταν ποτέ πλήρως στο «σύστημα Γιουβέντους». Και για τον ίδιο, το σύστημα ήταν ιερό.

Η Γιούβε εκείνης της εποχής είχε προσωπικότητες ισχυρές, αλλά πειθαρχημένες. Αστέρες, αλλά ενταγμένοι σε μια σκληρή δομή. Ο Μαραντόνα δεν θα ήταν ποτέ «ένας από αυτούς». Και αυτό, για τον Μπονιπέρτι, ήταν λόγος αποκλεισμού. Δεν ήταν προσωπική απόρριψη. Ήταν ιδεολογική.

Ο πρόεδρος πίστευε ότι η Γιουβέντους κερδίζει επειδή λειτουργεί ως μηχανισμός. Και αυτές οι δύο λογικές δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν. Ο ίδιος είχε πει «Στη Γιουβέντους δεν ψάχνουμε τον καλύτερο παίκτη. Ψάχνουμε τον κατάλληλο». Η ιστορία τον δικαίωσε και ταυτόχρονα τον διέψευσε.

Γιατί ο Μαραντόνα, αποκλεισμένος από το Τορίνο, βρήκε στη Νάπολη το ακριβώς αντίθετο περιβάλλον. Εκεί όπου δεν υπήρχε εξουσία, έγινε εξουσία. Εγινε ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να αμφισβητήσει τη «Μεγάλη Κυρία« όχι μόνο αγωνιστικά.

Ο Μπονιπέρτι με αυτή του την απόφαση, δημιούργησε τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο που είχε ποτέ ο σύλλογος.

image

Μαραντόνα vs Γιουβέντους: τα ματς που άλλαξαν την Ιταλία

Από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στη Νάπολη, ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα μετέτρεψε κάθε αναμέτρηση με τη Γιουβέντους σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι. Δεν επρόκειτο απλώς για βαθμούς ή για μια ακόμα αγωνιστική υποχρέωση. Ήταν μια ανοιχτή σύγκρουση κόσμων: ο πλούσιος και πανίσχυρος Βορράς απέναντι στον παραμελημένο και συχνά περιφρονημένο Νότο. Η εξουσία απέναντι στη λαϊκή εξέγερση.

Η Γιουβέντους συμβόλιζε όλα όσα η Νάπολι δεν είχε. Χρήμα, κύρος, πολιτική επιρροή, τίτλους, διαιτητική «ασφάλεια». Ο Μαραντόνα, από την άλλη, ενσάρκωνε την αντίσταση. Κάθε φορά που έπαιρνε την μπάλα απέναντι στη «Μεγάλη Κυρία», το γήπεδο του «Σαν Πάολο» σειόταν. Δεν χειροκροτούσαν απλώς έναν παικταρά· κραύγαζαν την ανάγκη τους να νικήσουν το σύστημα.

Ο Ντιέγκο σκόραρε απέναντι στη Γιούβε, μοίραζε ασίστ. Με ντρίμπλες που έσπαγαν μέσες, με βλέμματα ειρωνικά, με εκείνο το χαρακτηριστικό χαμόγελο που έμοιαζε να λέει: «Είμαι εδώ, και δεν μπορείτε να με σταματήσετε». Κάθε του ενέργεια είχε νόημα.

Η κορυφαία στιγμή αυτής της αντιπαλότητας ήρθε τη σεζόν 1985-86, σε ένα ματς που έμεινε για πάντα χαραγμένο στη συλλογική μνήμη του ιταλικού ποδοσφαίρου. Στο «Σαν Πάολο», ο Μαραντόνα σημείωσε ένα από τα ωραιότερα και πιο εμβληματικά γκολ της καριέρας του: ένα απευθείας φάουλ από πλάγια θέση, με τη μπάλα να παίρνει αδιανόητη τροχιά, να περνά πάνω από το τείχος και να καταλήγει στα δίχτυα, αφήνοντας άγαλμα τον Στέφανο Τακόνι. Ένα γκολ που δεν ήταν απλώς τεχνικό αριστούργημα, ήταν δήλωση υπεροχής απέναντι στον «αυτοκράτορα» του ιταλικού ποδοσφαίρου.

Ένα χρόνο αργότερα, τη σεζόν 1986-87, η ιστορία ολοκληρώθηκε. Η Νάπολι κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας της και η Γιουβέντους ήταν ξανά εκεί, ως ο μεγάλος αντίπαλος. Η ήττα της από την ομάδα του Μαραντόνα δεν ήταν απλώς αγωνιστική. Ήταν ψυχολογική, ιστορική, κοινωνική. Ήταν η στιγμή που κατέρρευσε ο μύθος του «αήττητου». Και ίσως γι’ αυτό, τα ματς του Μαραντόνα απέναντι στη Γιουβέντους δεν άλλαξαν μόνο τη Νάπολη. Άλλαξαν για πάντα την Ιταλία.

image

Η Νάπολι, η Γιουβέντους και ο άνθρωπος που άλλαξε τους κανόνες

Πριν από τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, η Νάπολη ήταν μια πόλη χωρίς φωνή στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Υπήρχε στον χάρτη, αλλά όχι στη συνείδηση. Ένα σωματείο που πάλευε για την επιβίωση, μια πόλη που κουβαλούσε το βάρος της περιφρόνησης, του κοινωνικού ρατσισμού, της μόνιμης σύγκρισης με τον «πολιτισμένο» και πλούσιο Βορρά. Στην Ιταλία των δεκαετιών του ’70 και του ’80, το ποδόσφαιρο δεν ήταν απλώς άθλημα ήταν αντανάκλαση της ταξικής και γεωγραφικής ανισότητας. Και η Γιουβέντους ήταν το απόλυτο σύμβολο αυτής της εξουσίας.

Όταν ο Μαραντόνα πάτησε στη Νάπολη το καλοκαίρι του 1984, δεν ήρθε απλώς για να παίξει μπάλα. Ήρθε σε μια πόλη που έψαχνε κάποιον να πιστέψει. Και εκείνος, παιδί της φτώχειας από τη Βίγια Φιορίτο, κατάλαβε αμέσως ότι αυτή η σχέση δεν θα ήταν συμβατική. Δεν θα ήταν επαγγελματική. Θα ήταν υπαρξιακή.

Κάθε νίκη απέναντι στη Γιουβέντους λειτουργούσε σαν δήλωση ύπαρξης. «Είμαστε εδώ. Και μπορούμε». Δεν ήταν τυχαίο ότι οι πιο έντονες, πιο φορτισμένες στιγμές της εποχής του Ντιέγκο στη Νάπολη ήρθαν απέναντι στη «Μεγάλη Κυρία». Εκείνος σκόραρε, δημιουργούσε, προκαλούσε. Δεν έπαιζε απλώς καλύτερα. Έπαιζε με θυμό, με μνήμη, με προσωπική υπόθεση.

Τα δύο πρωταθλήματα του 1987 και του 1990 δεν άλλαξαν απλώς τη βαθμολογία. Άλλαξαν την αφήγηση του ιταλικού ποδοσφαίρου. Έδειξαν ότι το σύστημα μπορεί να λυγίσει. Ότι η ιστορία δεν είναι προνόμιο των ισχυρών.

Ίσως, αν ο Ντιέγκο είχε παίξει στη Γιουβέντους, να είχε κερδίσει περισσότερους τίτλους. Περισσότερα κύπελλα. Περισσότερες «εύκολες» νίκες. Αλλά δεν θα είχε αλλάξει την ιστορία. Δεν θα είχε γίνει μύθος. Δεν θα είχε μεταμορφώσει μια πόλη σε πρωτεύουσα ονείρων. Στη Γιούβε θα ήταν ένας ακόμα κρίκος μιας αλυσίδας. Στη Νάπολι έγινε ολόκληρη η αλυσίδα.

Η σχέση του με τη Γιουβέντους έμεινε ανολοκλήρωτη ως συνεργασία. Ποτέ δεν φόρεσε τη φανέλα της. Ποτέ δεν μπήκε στο σύστημά της. Όμως ως αντιπαλότητα, υπήρξε απόλυτη, σχεδόν μυθική.

Πηγή: Gazzetta