Επιλογή Σελίδας


Του Νίκου Κωνσταντόπουλου

Ηταν κύριος, με όλη τη σημασία της λέξης. Το αναγνωρίζουν όσοι τον γνώριζαν καλά. Ευγενής, προσηνής, χαμηλών τόνων, σεμνός, αυτός, ο κάτοχος δύο χρυσών ολυμπιακών μεταλλίων, ο πρωταθλητής κόσμου άλλες τρεις φορές (τότε οι αγώνες άρσης βαρών των Ολυμπιακών λογίζονταν και ως παγκόσμιο πρωτάθλημα, γι’ αυτό γράφουμε «άλλες τρεις φορές»), ο κατ’ επανάληψη πρωταθλητής Ευρώπης, ο αθλητής που κατέρριψε 24 φορές ρεκόρ κόσμου, ένας θρύλος του αθλήματος.

Ενα τραγικό γεγονός ίσως διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του Βαλντέμαρ Ρόμουαλντ Μπασανόφσκι: ο θάνατος της πρώτης συζύγου του, της Ανίτα, που σκοτώθηκε το 1969 όταν το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ίδιος, ξέφυγε από τον δρόμο και ανατράπηκε σ’ ένα χαντάκι. Εκείνος ήταν τότε 34 ετών.

Η είδηση του θανάτου του μας γέμισε θλίψη. Γιατί, στα χρόνια που τον γνωρίζαμε, είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε την ανεπιτήδευτη ευγένειά του, από τον τρόπο που αυτός, ο ολυμπιονίκης και μετέπειτα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, μιλούσε στον αθλητή, στον προπονητή, στον διαιτητή, στον παράγοντα. Δεν έφυγε μικρός από τη ζωή. Ηταν 76 ετών.

Είχε γεννηθεί στις 15 Αυγούστου του 1935 σε μια μικρή πόλη της Πολωνίας, την Γκρούντζιαντζ, που βρίσκεται στις όχθες του φημισμένου ποταμού Βιστούλα, και απεβίωσε στις 29 Απριλίου στην πρωτεύουσα της χώρας, τη Βαρσοβία. Αλλά η απώλειά του αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στη διεθνή άρση βαρών. «Η ποιότητά του ως ανθρώπου τον καθιστά παράδειγμα προς μίμηση από τη νέα γενιά», αναφέρει η ιστοσελίδα της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αρσης Βαρών. Και πιστεύω ότι δεν πρόκειται για «λόγια», που λέγονται ή γράφονται όταν κάποιος «αποδημήσει εις Κύριον».

Η Γκρούντζιαντζ υπήρξε μέρος του Α΄ γερμανικού Ράιχ από το 1871 ώς το 1920. Επειτα από τη συνθήκη των Βερσαλλιών αποδόθηκε στην Πολωνία. Μετά 19 έτη, το μέρος αυτό βρισκόταν ακριβώς στον δρόμο των στρατιών του Χίτλερ και αργότερα βρέθηκε υπό την επικυριαρχία των Σοβιετικών. Αυτή η μοίρα της Πολωνίας, να διεκδικείται από τους Γερμανούς και τους Ρώσους γείτονές της, διαμόρφωσε στους Πολωνούς έναν ξεχωριστό τρόπο σκέψης, που επηρέασε τον νεαρό Βαλντέμαρ.

Τ’ όνομά του προέρχεται από το αρχαίο γερμανικό «βαλντ μάρι», που σημαίνει «διάσημος ηγέτης». Από μια άποψη ήταν προφητικό, αφού ο Βαλντέμαρ έγινε διάσημος.

Τα πρώτα αθλητικά του βήματα ο νεαρός Μπασανόφσκι τα έκανε στον στίβο, ως δρομέας ταχύτητας, και στη γυμναστική. Αυτό τον βοήθησε στη μετέπειτα αθλητική του σταδιοδρομία, διότι του πρόσφερε ταχύτητα. Αλλωστε, διακρίθηκε κυρίως για την τεχνική του και την ταχύτητα στην εκτέλεση των άρσεων. Γι’ αυτό στο δυναμικό αγώνισμα της εποχής (καταργήθηκε μετά το 1972), το ντεβελοπέ ή πρες, δεν ήταν ανάλογα καλός με το αρασέ και το επολέ ζετέ.

Με την άρση βαρών ασχολήθηκε μεγάλος. Αφού τελείωσε τη στρατιωτική του θητεία, εισήχθη, το 1957, στην Ακαδημία Φυσικής Αγωγής της Βαρσοβίας. Το ίδιο έτος πήρε το πρώτο του μετάλλιο στο πολωνικό πρωτάθλημα. Αναδείχθηκε 3ος στα 60 κ. Ηταν, όμως, ψηλός για την κατηγορία αυτή. Ετσι, «ανέβηκε» στα 67,5 κ. Ακόμη και γι’ αυτά, πάντως, ήταν σχετικά ψηλός, αλλά σε αυτή την κατηγορία μεγαλούργησε. Ηταν η εποχή που οι Πολωνοί προπονητές προτιμούσαν να έχουν τους περισσότερους αθλητές τους στις ελαφριές κατηγορίες. Ισως διότι στις βαριές κυριαρχούσαν οι Σοβιετικοί.

Η τραγική ιστορία της ζωής του

Η ζωή του Μπασανόφσκι δυστυχώς συνδέθηκε και με τραγωδίες. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Με την πρώτη σύζυγό του, την τραγική Ανίτα, απέκτησε το 1963 το μοναδικό του παιδί, τον Μαρκ, που τραυματίστηκε, όπως και ο ίδιος, άλλωστε, στο μοιραίο, για την Ανίτα, δυστύχημα της 10ης Ιουλίου του 1969. Ατυχος στάθηκε και στον δεύτερο γάμο του. Η Κριστίνα πέθανε από καρκίνο τη δεκαετία του ’80. Η τρίτη σύζυγος, η Τερέζα, έμεινε για να ζει με την ανάμνησή του.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Το 2007 έπεσε από ένα δέντρο, με θλιβερό αποτέλεσμα να σπάσει η σπονδυλική του στήλη, να καταστραφεί ο νωτιαίος μυελός και να μείνει σχεδόν εντελώς παράλυτος. Κουνούσε μόνο τα χέρια του και το κεφάλι. Επειδή, δε, δεν μπορούσε να κινηθεί καλά σε αναπηρική καρέκλα, περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στο κρεβάτι. Αυτός ο τόσο ενεργητικός άνθρωπος…

Ο Μπασανόφσκι συνδύαζε το αρχαίο «νους υγιής εν σώματι υγιεί». Το 1957 αποφοίτησε από το Κολέγιο Τεχνικών Μηχανικών και το 1961 από την Ακαδημία Φυσικής Αγωγής της Βαρσοβίας, στην οποία αργότερα δίδαξε επί χρόνια.

Εθεωρείτο αθλητικός ήρωας για την Πολωνία. Γι’ αυτό, μετά θάνατον, τού απονεμήθηκε το ανώτατο παράσημο της χώρας. Η επιθυμία του ήταν το σώμα του να καεί και η στάχτη να τοποθετηθεί στον οικογενειακό τάφο, στη Βαρσοβία. Εκεί αναπαύεται από τις 9 Μαΐου ένας από τους κορυφαίους αθλητές άρσης βαρών όλων των εποχών. Αλλά κι ένας Ανθρωπος.

Το αίνιγμα της επίτευξης ρεκόρ με δύο τεχνικές

Το 1957 λίγοι, ίσως ελάχιστοι, μπορούσαν να φαντασθούν ότι ο Βαλντέμαρ Μπασανόφσκι θα κυριαρχούσε στην κατηγορία του για μια δεκαετία. Στην πρώτη του διεθνή εμφάνιση, άλλωστε, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1960, ήταν ήδη 25 ετών και κατετάγη απλώς 5ος. Τον επόμενο χρόνο, όμως, αναδείχθηκε πρωταθλητής κόσμου. Ηταν η απαρχή της μεγάλης καριέρας του. Το 1962 βελτίωσε την επίδοσή του στο σύνολο κατά 10 κιλά, φθάνοντας τα 412,5, αλλά πήρε το ασημένιο μετάλλιο στο παγκόσμιο πρωτάθλημα. Τον ξεπέρασε ο Σοβιετικός, Βίκτορ Καπλούνοφ, που με 415κ. κατέρριψε κατά 2,5κ. το ρεκόρ κόσμου. Οι Σοβιετικοί κυριαρχούσαν στην κατηγορία αυτή από το 1953 έως και το 1960 και κάθε φορά με διαφορετικό αθλητή. Εχασαν το 1961 από τον Μπασανόφσκι, που το επόμενο έτος απέδειξε πως η νίκη του δεν ήταν μια «φωτοβολίδα», ασχέτως αν έμεινε πίσω από τον Καπλούνοφ, τον κυνηγό… αρκούδων από τον Αρχάγγελο.

Μυϊκά δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακός, για τα δεδομένα του αθλήματος. Αυτό, όμως, με την πρώτη ματιά. Αλλά μια προσεκτική εξέταση αποκάλυπτε ένα πολύ αθλητικό σώμα και περισσότερο μυώδες από όσο έδειχνε. Θα είναι για πάντα το παράδειγμα που δίνουν οι προπονητές, όταν περιγράφουν έναν αθλητή της άρσης βαρών με αθλητικές γραμμές, χωρίς λίπος. Αυτή η εξαιρετική εμφάνισή του προφανώς έπαιξε ρόλο στη μεγάλη δημοτικότητά του.

Ο Μπασανόφσκι υπήρξε «υποκείμενο» παρατήρησης για την τεχνική του. Χρησιμοποιούσε δύο στυλ στο αρασέ και στο επολέ. Και το ψαλίδι και το βαθύ κάθισμα. Το τελευταίο το χρησιμοποιούσε κυρίως στο αρασέ. Στο επολέ έκανε ψαλίδι για ν’ ανεβάσει την μπάρα στους ώμους. Το ότι άλλαζε την τεχνική του από ψαλίδι σε κάθισμα και τανάπαλιν και κατόρθωνε να σημειώνει ρεκόρ κόσμου, αποτέλεσε αίνιγμα για τους ειδικούς. Και άλλοι αθλητές το είχαν κάνει, αλλά δεν πέτυχαν παγκόσμια ρεκόρ και με τα δύο στυλ. Εκείνος το κατόρθωσε στο αρασέ. Και ήταν ο τελευταίος αθλητής που κατέρριψε ρεκόρ κόσμου με το ψαλίδι. Παράξενο ήταν και το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε το κάθισμα στο αρασέ και το ψαλίδι στο επολέ. Οι περισσότεροι αρσιβαρίστες, που τότε έκαναν και τα δύο στυλ, χρησιμοποιούσαν το ψαλίδι στο αρασέ και το κάθισμα στο επολέ.

Δεν μιλήσαμε για το πρες. Η λεπτή κατασκευή του και τα μακριά του χέρια δεν τον βοηθούσαν ώστε να είναι ιδιαίτερα καλός σε αυτό. Στο πρες ουδέποτε πέτυχε παγκόσμιο ρεκόρ. Πάντως, όταν από κάποια στιγμή στη δεκαετία του ’60 οι κανόνες του πρες έγιναν κάπως πιο χαλαροί, κατόρθωνε να μένει κοντά στις επιδόσεις των αντιπάλων του, ώστε να μη χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να τους ξεπεράσει στις άρσεις που απαιτούν ταχύτητα.

Χαρακτηριστικά είναι τα αποτελέσματά του στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το 1960 κατετάγη 5ος στο σύνολο, 19ος στο πρες, 2ος στο αρασέ και 4ος στο επολέ ζετέ. Το 1964, όταν πήρε τον πρώτο του Ολυμπιακό τίτλο, ήταν 3ος στο πρες και 1ος στ’ άλλα δύο αγωνίσματα. Μόνο το 1968 ήταν ο καλύτερος σε όλα. Το 1972, τέλος, πήρε την 4η θέση στο σύνολο, την 5η στο πρες, τη 2η στο αρασέ και την 7η στο επολέ ζετέ.

Αφού αποσύρθηκε από την αγωνιστική δράση, έγινε προπονητής και στην Πολωνία και στο εξωτερικό. Η άρση βαρών της Ινδονησίας του «χρωστάει» πολλά, διότι την οδήγησε στο διεθνές προσκήνιο του αθλήματος.

Διετέλεσε μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Διεθνούς Ομοσπονδίας και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής από 1999 ώς το 2008. Μετά αναγορεύθηκε επίτιμος πρόεδρός της.

Το 1997, σε διεθνή ψηφοφορία, ψηφίστηκε ως ο 3ος αθλητής της άρσης βαρών, όλων των εποχών, πίσω από τον Τούρκο Ναΐμ Σουλεϊμάνογλου και τον Ούγγρο Ιμρε Φέλντι. Τότε, βέβαια, ο Πύρρος Δήμας δεν είχε κατακτήσει το τρίτο του χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο ούτε το χάλκινο του 2004. Αλλά και ο Κάχι Καχιασβίλι δεν είχε πάρει ακόμη το τρίτο του χρυσό Ολυμπιακό.

Πηγή: Καθημερινή

Pin It on Pinterest

Shares
Share This