Επιλογή Σελίδας

Η Τσέλσι δεν αρκείται πλέον στο να αγοράζει και να μεταπωλεί παίκτες, φαίνεται πως εφαρμόζει την ίδια πολιτική και στους προπονητές. Θα ταίριαζε απόλυτα στα συμφέροντά της αν ο Πεπ Γκουαρδιόλα αποχωρούσε και η Μάντσεστερ Σίτι έκανε κίνηση για τον Έντσο Μαρέσκα, τον πρώην βοηθό του, στο τέλος της σεζόν. Σκεφτείτε μόνο την αποζημίωση.

Αντ’ αυτού, ο Ιταλός έφυγε πρόωρα. Η ανεπανόρθωτη ρήξη στη σχέση του με την ιεραρχία του συλλόγου επιτάχυνε την έξοδό του και, πιθανότατα, οδήγησε σε διαπραγματεύσεις για την αποζημίωσή του.Έτσι, η Τσέλσι ακολουθεί με τους προπονητές την ίδια λογική που εφαρμόζει και στους παίκτες: προσλαμβάνει άτομα με προοπτική, σε σχετικά χαμηλές αποδοχές και με μακροχρόνια συμβόλαια (ώστε να προστατεύεται το «περιουσιακό στοιχείο» και να κατανέμεται το κόστος), και στη συνέχεια είτε τους διατηρεί είτε αποκομίζει αποζημίωση αν δεν αποδώσουν.

Ο Μαρέσκα ήταν, σε έναν βαθμό, ένα ρίσκο. Στα 45 του, με περιορισμένη εμπειρία, αποκτήθηκε από τη Λέστερ, την οποία οδήγησε στην άνοδο στην Premier League, μια σημαντική επιτυχία, αλλά όχι ακριβώς βιογραφικό αντάξιο ενός συλλόγου του μεγέθους της Τσέλσι. Είχε μόλις μία σεζόν στην Championship πριν υπογράψει συμβόλαιο έως το 2029, με οψιόν για ακόμη έναν χρόνο.

Ο διάδοχός του αναμένεται να είναι παρόμοιου προφίλ: νεαρός προπονητής, ανερχόμενος, με περιθώρια εξέλιξης. Αν δεν πετύχει, θα αποχωρήσει κι αυτός γρήγορα. Μην περιμένετε μεγάλο όνομα και σίγουρα όχι κάποιον που θα αμφισβητήσει την ιδιοκτησία ή θα απαιτήσει μεγαλύτερο έλεγχο.Είναι λανθασμένη αυτή η προσέγγιση; Όχι, αν αποδώσει αν και μέχρι στιγμής η ετυμηγορία παραμένει ανοιχτή. Παρ’ όλα αυτά, προκαλεί δυσφορία η συνεχής ανακύκλωση προσώπων, η οποία δίνει μια απρόσωπη, σχεδόν ψυχρή εικόνα. Μοιάζει με ένα επιχειρηματικό πείραμα που εφαρμόζει καθαρά εμπορικές αρχές στο ποδόσφαιρο, ξεχνώντας ότι παραμένει άθλημα.

Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη λάθος. Χρειάζεται ισορροπία. Ωστόσο, αυτή δεν φαίνεται να υπάρχει στο ανομοιογενές ρόστερ της Τσέλσι, με συσσώρευση παικτών και έλλειψη εμπειρίας σε κρίσιμες θέσεις. Οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι πρέπει να διοικούνται σωστά και όχι ως πολυτέλεια. Και εδώ, επίσης, η κρίση για την Τσέλσι παραμένει ανοιχτή, με βάση τον τρόπο που κινείται.

Ίσως η μόνη πραγματική της απογοήτευση είναι ότι στερήθηκε τα πολλαπλά εκατομμύρια αποζημίωσης, αν η Μάντσεστερ Σίτι αποφάσιζε κάποτε να κινηθεί για τον Μαρέσκα. Όπως και να έχει, η Τσέλσι ετοιμάζεται να συνεργαστεί με τον πέμπτο μόνιμο προπονητή της -συν μια ενδιάμεση θητεία του Φρανκ Λάμπαρντ- από την εξαγορά του συλλόγου τον Μάιο του 2022. Έχουν αποχωρήσει οι Τόμας Τούχελ, Γκρέιαμ Πότερ και Μαουρίσιο Ποτσετίνο. Οι δύο από τους τρεις είναι αναμφισβήτητα κορυφαίοι προπονητές. Και τώρα ο Μαρέσκα. Ο Τούχελ άντεξε μόλις επτά αγώνες, ο Πότερ 31, ο Ποτσετίνο 51 και ο Μαρέσκα 92, με κοινό παρονομαστή την αδυναμία συνεργασίας με την ιεραρχία.

Ο Εγκμπάλι ως νέος Αμπράμοβιτς

Ακόμη και με τα δεδομένα της εποχής Αμπράμοβιτς, αυτά είναι υπερβολικά. Η διαφορά, όπως θα πουν οι οπαδοί της Τσέλσι, είναι ότι παρά την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων και του Conference League υπό τον Μαρέσκα, και παρά τις τεράστιες δαπάνες της BlueCo, η ομάδα δεν πλησίασε τον τίτλο της Premier League.

Ο Ρόμαν Αμπράμοβιτς, αντίθετα, κατέκτησε το πρωτάθλημα πέντε φορές και δύο το Champions League, το δεύτερο με τον Τούχελ έναν χρόνο πριν την αλλαγή ιδιοκτησίας. Για την Τσέλσι, το «νέο κανονικό» μοιάζει με το παλιό. Μέχρι ενός σημείου. Ο Αμπράμοβιτς είχε απολύσει τον Κάρλο Αντσελότι επειδή τερμάτισε δεύτερος τη σεζόν μετά το ιστορικό νταμπλ, απόφαση που αργότερα μετάνιωσε, αν και ήταν από τις λίγες λανθασμένες της θητείας του.

Κάτι παρόμοιο φαίνεται να ισχύει και για τον Μπεχντάντ Εγκμπάλι. Αν και η Τσέλσι ανήκει σε κοινοπραξία επενδυτών, με την Clearlake ως βασικό μέτοχο και τον Τοντ Μπόελι μεταξύ των υπολοίπων, ολοένα και περισσότερο ακούγεται ότι ο Εγκμπάλι είναι αυτός που λαμβάνει τις αποφάσεις. Η απομάκρυνση του Μαρέσκα φέρει κυρίως τη δική του υπογραφή. Αυτό σημαίνει πως έχει μπροστά του ακόμη μία κρίσιμη απόφαση. Τον Ιανουάριο, η Τσέλσι έχει εννέα αγώνες σε τέσσερις διοργανώσεις. Αν αποτύχει, η σεζόν κινδυνεύει να χαθεί. Και ποιος ξέρει, ίσως τότε να αναζητά ήδη άλλον προπονητή.

Πηγή: Gazzetta