Επιλογή Σελίδας

Του Αλέξη Σπυρόπουλου

Ο Αρσέν Βενγκέρ για την Αρσεναλ, θα αναφέρεται στην ίδια κατηγορία με τον Μπιλ Σάνκλι για τη Λίβερπουλ, με τον Ματ Μπάζμπι για τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, με τον Μπράιαν Κλαφ για τη Νότινγκαμ Φόρεστ. Πολύ καλό για το παρελθόν. Πολύ καλό για το μέλλον. Παντελώς άσχετο με το παρόν. Το παρελθόν είναι το έργο του. Το μέλλον είναι η θέση του στα χρονικά. Στην ιστορία. Το παρόν είναι ένα τίποτα.

Ο Αλσατός, για τον ένα λόγο που θα εξηγήσω, με έκανε να θυμηθώ…τον Νίκο Λυμπερόπουλο. Το τελευταίο παιγνίδι της καριέρας του Λυμπερόπουλου, Γκντανσκ 2012, προημιτελικός EURO, Γερμανία-Ελλάδα. Ο Νίκος τότε, ήταν 37 ετών. Ως τον προημιτελικό, δεν είχε μπει σε κανένα ματς της διοργάνωσης. Με το σκορ 3-1 ήδη, ο Φερνάντο Σάντος τον έβαλε στο τελευταίο εικοσάλεπτο. Εγινε 4-1, έγινε ύστερα 4-2, όλα είχαν τελειώσει, φτάσαμε στις καθυστερήσεις, τελείωσαν και οι καθυστερήσεις.

Εκεί, στο τέλος των καθυστερήσεων, αν δεν απατώμαι η Εθνική κέρδισε κόρνερ. Ο Σκόμινα, ο διαιτητής, δεν το άφησε. Σφύριξε λήξη. Ο Νίκος ολοκλήρωσε την καριέρα του, εκλιπαρώντας τον Σλοβένο να το παίξουμε. Άλλο ένα λεπτάκι. Άλλο ένα κόρνερ. Τον έσπρωχναν που λέει ο λόγος, για να το πάρει απόφαση και να βγει απ’ το γήπεδο! Όπως έσπρωξαν έξω, τα αφεντικά στην Αρσεναλ, τον Βενγκέρ όταν κατάλαβαν πως, μονάχος, δεν θα το έπαιρνε απόφαση ποτέ. Ηθελε κι ο Βενγκέρ «άλλο ένα λεπτάκι». Η τελευταία ελπίδα στην οποία μάταια γαντζώθηκε, ήταν ότι θα έπαιρνε το Γιουρόπα Λιγκ, άρα θα έβγαινε στο Τσάμπιονς Λιγκ, και θα το εξαργύρωνε με το να μείνει και του χρόνου στο κλαμπ της ζωής του.

Ο Βενγκέρ έδειξε στο αγγλικό ποδόσφαιρο, και τους έπεισε, ότι υπάρχει «κάτι καλύτερο» εκεί έξω. Τους το έφερε. Τους προκάλεσε. Να νικάς, παίζοντας όμορφα. Με ποδοσφαιριστές που αποζητούσαν κι έπαιρναν τη μπάλα. Ποδοσφαιριστές, που έδιναν την έξτρα πάσα για να σιγουρέψουν την τελειότητα της εκτέλεσης. Που την περπατούσαν τη μπάλα, δεν τη σούταραν, μες στα δίχτυα. Ενας Γουαρδιόλα, είκοσι χρόνια πριν.

Στη συνήθη ερώτηση πού στον κόσμο έχω απολαύσει το ποδόσφαιρο όσο πουθενά αλλού, η εύκολη απάντηση είναι στο Χάιμπουρι εκείνα τα χρόνια. Κι όχι το ποδόσφαιρο, μόνον. Το περιβάλλον. Η γειτονιά, τα σπίτια, οι κήποι. Κατά τον αστικό μύθο, όταν ο Βενγκέρ το 1996 προσγειώθηκε απ’ την Ιαπωνία στο Λονδίνο κι ο ταξιτζής τον πήγε απ’ το αεροδρόμιο στο Χάιμπουρι, τον άφησε μπροστά στην κεντρική είσοδο. Κι ο Γάλλος ρώτησε: «Ναι, αλλά πού είναι το γήπεδο;»

Αυτός ο Γάλλος έμελλε ν’ αλλάξει τα πάντα στην Πρέμιερ Λιγκ, όλη την κουλτούρα. Να γίνει ο πρώτος ξένος που οδήγησε ομάδα στην κατάκτηση του τροπαίου, ανήκουστο! Αλλαξε τα πάντα, μονάχα τον εαυτό του δεν άλλαξε. Εμεινε, αναπόφευκτα, πίσω. Τον άλλο μήνα φεύγει, όχι γιατί είναι 14 χρόνια δίχως πρωτάθλημα, όχι γιατί είναι στο -14 από το top-4, όχι γιατί δεν έχει εκτός έδρας νίκη μέσα στο 2018, όχι γιατί τον αποδοκιμάζουν.

Φεύγει, επειδή έπαψε να γεμίζει το γήπεδο που υπήρξε, υποτίθεται, το αριστούργημά του. Το Emirates. Επειδή οι σειρές των αδειανών καθισμάτων βγάζουν, πια, μάτι. Επειδή οι πελάτες των διαρκείας έσπασαν ρεκόρ…μη ανανεώσεων για την επόμενη σεζόν. Η Λίβερπουλ δεν έχει 14 χρόνια δίχως πρωτάθλημα, έχει ακριβώς τα διπλάσια, 28. Αλλά δεν παίζει, και δεν κινδυνεύει να παίξει, σε αδειανά καθίσματα.

Είναι η ανθρώπινη φύση. Οσο σου την πέφτουν, όσο σε επικρίνουν ή έστω αμφιβάλλουν για σένα, τόσο νομίζεις (ιδίως άμα είσαι μέγεθος-Βενγκέρ και κοντεύεις 70…) ότι έχεις δίκιο και το δίκιο σου θα επιβεβαιωθεί. Τότε, σε θέση άμυνας ευρισκόμενος, δεν το συνειδητοποιείς αλλ’ αρχίζεις να προστατεύεις τον εαυτό σου. Τη θέση σου. Όχι το οικοδόμημα. Ο Κλαφ έφυγε το ’93 απ’ τη Νότινγκαμ Φόρεστ, υποβιβάζοντάς την. Κυριολεκτικά! Την έριξε κατηγορία. Ο Βενγκέρ φεύγει απ’ την Αρσεναλ, υποβιβάζοντάς την επίσης. Σε κλαμπ Γιουρόπα Λιγκ.

Πηγή: Sport DNA