
Και τότε ήρθε η Γιουβέντους. Το 2001. Στη «μεγάλη κυρία» θα χτίσει πια βήμα βήμα τον θρύλο του, θα αναδειχθεί σε κορυφαίο τερματοφύλακα, αλλά δεν θα καταφέρει να κατακτήσει το Τσάμπιονς Λιγκ. Το 2003 η Γιουβέντους θα ηττηθεί από τη Μίλαν στα πέναλτι… Τρία χρόνια μετά θα δει πολλούς από τους συμπαίκτες του, όπως ο Ιμπραϊμοβιτς και ο Καναβάρο να εγκατελείπουν την ομάδα, που έχει πια υποβιβαστεί στη Serie Β, μετά το σκάνδαλο με τα στημένα. Ο Μπουφόν θα μείνει εκεί, μαζί με τον Ντελ Πιέρο, αλλά και τον Νέντβεντ, για να υπερασπιστεί τη «μεγάλη κυρία».Γνωρίζει πως θα δικαιωθεί για την επιλογή του, ότι η λάμψη ξεθωριάζει μόνο για λίγο.
Όλα αυτά τα χρόνια βασικό μέλος της εθνικής ομάδας της Ιταλίας, στην οποία έκανε ντεμπούτο στις 29 Οκτωβρίου 1997 κόντρα στη Ρωσία. Στο Μουντιάλ του 1998 ήταν αναπληρωματικός του Παλιούκα και δεν αγωνίστηκε καθόλου, στο EURO του 2000 δεν πήγε λόγω σοβαρού τραυματισμού στο χέρι, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002 ήταν πια βασικός. Το 2006 στη Γερμανία είναι η ώρα της «σκουάντρα ατζούρα» να ανέβει στην κορυφή του κόσμου και ο Μπουφόν θα είναι παρών. Με τις αποκρούσεις του, τις φωνές και τις παροτρύνσεις στους αμυντικούς του, με τη σταθερότητά του, με την ηγετική φυσιογνωμία του.
Ο «Τζίτζι» πετυχαίνει ρεκόρ και τα αφιερώνει στους συμπαίκτες του και στην αγαπημένη του. Μην πάει ο νους σας σε κουτσομπολιά. Στην αγαπημένη του εστία… Στην παρέα του τόσα χρόνια. Και της γράφει ακόμα και… ερωτικό γράμμα.
«Ήμουν 12 ετών όταν σου γύρισα την πλάτη, αρνούμενος το παρελθόν μου για να σου εγγυηθώ ένα ασφαλές μέλλον.
Πήγα με την καρδιά μου.
Πήγα με το ένστικτό μου.
Όμως την μέρα που σταμάτησα να σε κοιτάζω στο πρόσωπο, ήταν επίσης η μέρα που άρχισα να σε αγαπώ.
Να σε προστατεύω.
Να είμαι η πρώτη και η τελευταία γραμμή άμυνας.
Υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα κάνω τα πάντα για να μη δω το πρόσωπό σου ξανά. Ή να το κάνω όσο το δυνατόν λιγότερο. Ήταν οδυνηρή κάθε φορά που το έκανα, να γυρνάω και να συνειδητοποιώ ότι σε απογοήτευσα.
Ξανά.
Και ξανά.
Είμαστε πάντα αντίθετα αλλά πάντα αλληλοσυμπληρωνόμαστε, όπως ο ήλιος και το φεγγάρι. Αναγκασμένοι να ζούμε δίπλα δίπλα, χωρίς να είμαστε σε θέση να αγγιζόμαστε. Συμπαίκτες στη ζωή, μια ζωή όπου στερούμαστε κάθε επαφή.
Περισσότερα από 25 χρόνια πριν, έδωσα τον όρκο μου: ορκίστηκα να σε προστατεύω. Να σε προσέχω. Να είμαι ασπίδα απέναντι στους εχθρούς. Σκέφτομαι πάντα την ευημερία σου, βάζοντας της σε πρώτο πλάνο, περισσότερο ακόμα και από το δική μου.
Ήμουν 12 όταν γύρισα την πλάτη στην εστία μου. Και θα συνεχίσω να το κάνω όσο τα πόδια, το κεφάλι και η καρδιά μου το επιτρέπει».
Ο «Τζίτζι» γιορτάζει, πανηγυρίζει, είναι χαρούμενος κάθε φορά που μπαίνει στο γήπεδο. Γιορτάζει διότι είναι εκεί, μόνο ο ίδιος ξέρει πόσο δύσκολα είχε περάσει δύο χρόνια νωρίτερα όταν «πάλευε» με την κατάθλιψη. «Έπρεπε να κλειστώ στον εαυτό μου διότι, τουλάχιστον στο ξεκίνημα, δεν είχα τις ευκαιρίες να ανοιχτώ. Δεν ήξερα αν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν. Έκλαιγα τα βράδια στο κρεβάτι μου. Αλλά μετά, πολύ αργότερα , μίλησα για αυτό σε φίλους και συμπαίκτες, ανθρώπους πολύ κοντινούς σε εμένα και ξεκίνησα να καταλαβαίνω ότι είχα πρόβλημα και ότι κάπως έπρεπε να αντιμετωπιστεί κα να θεραπευτεί. Δεν διέκοψα επειδή ένιωσα αυτή τη μεγάλη ευθύνη προς τους συμπαίκτες μου και προς τους ανθρώπους που βασίστηκαν πάνω μου. Δεν ήθελα να τους απογοητεύσω. Και δεν ένιωθα έτοιμος να σταματήσω. Δεν θεωρούσα ότι ήταν ένας πρέπων τρόπος να αντιμετωπίσω τα πράγματα. Ειχα ένα ΕURO μπροστά μου. Είδα ψυχολόγο, αλλά νομίζω ότι το σημαντικότερο ήταν η βοήθεια των φίλων και των συμπαικτών μου» αποκάλυψε ο ίδιος μιλώντας για τους… δαίμονες που τον βασάνιζαν.
Πολλοί βιάστηκαν να τον ξεγράψουν. Πολλές φορές, όλα αυτά τα χρόνια… «Οργανώνουν την κηδεία μου, αλλά ας τους αφήσω να πάνε. Δεν θα υπάρχει, άλλωστε, κανείς εκεί».
«Έχω πει πολλές φορές, δίχως αλαζονεία, ότι κάνω μεγάλη αυτοκριτική και δεν χρειάζομαι να ακούω όλους εκείνους που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν καταστάσεις με ασέβεια, δείχνοντας έλλειψη δικαιοσύνης για τους ανθρώπους. Έχω ακούσει πολλά ηλίθια πράγματα, αλλά μόνο ένα αληθινό σχόλιο: ‘περιμένω περισσότερα από τον Μπουφόν’. Αυτό είναι αλήθεια και συμφωνώ απόλυτα». Αποστομωτική απάντηση με λόγια, με πράξεις ακόμα και σήμερα μέσα στο γήπεδο.
Απόλυτα ειλικρινής και σχεδόν καθηλωτικός, ο Mπουφόν έγραψε πριν από ένα χρόνο από καρδιάς ένα γράμμα στον 17χρονο εαυτό του.
Εκεί έγραψε και για την κατάθλιψη, αλλά και για την ακροδεξιά… Είναι το μελανό σημείο της ζωής του, αυτό που τον έχει «στιγματίσει» αρνητικά. Το ξέρει. Ήταν λάθος του και το παραδέχθηκε, δεν είχε πρόβλημα να το κάνει.
«Όταν θα είσαι νέος, στην Πάρμα, θα κάνεις κάτι που μόνο στην αλαζονεία σου θα οφείλεται. Θα φορέσεις ένα μπλουζάκι πριν από ένα σημαντικό ματς, για να δείξεις στους συμπαίκτες σου και τον κόσμο ότι είσαι ηγέτης. Ότι έχεις προσωπικότητα. Ότι είσαι θαρραλέος. Το μπλουζάκι θα γράφει “Θάνατος στους δειλούς”.
Νομίζεις ότι είναι φράση που δίνει κίνητρο και δεν γνωρίζεις ότι είναι σλόγκαν ακροδεξιάς νοοτροπίας. Είναι ένα λάθος που θα προκαλέσει πόνο στην οικογένειά σου. Όμως, τα λάθη είναι σημαντικά γιατί σου υπενθυμίζουν ότι είσαι άνθρωπος. Θα σου θυμίσουν ξανά και ξανά ότι δεν ξέρεις τίποτα, φίλε μου. Το ποδόσφαιρο θα προσπαθήσει να σου δείξει ότι είσαι ιδιαίτερος, όμως, πρέπει να θυμάσαι ότι δεν ξεχωρίζεις από έναν μπαρτέντερ ή έναν ηλεκτρολόγο, με τους οποίους έχεις και φιλία ζωής».
Και τώρα; «Στα 41, αισθάνεσαι την ίδια φωτιά να καίει μέσα σου. Δεν θα είσαι απόλυτα ικανοποιημένος. Ακόμα κι αν έχεις πιάσει στα χέρια σου το Παγκόσμιο Κύπελλο, θα ψάχνεις τη σεζόν που δεν θα δεχθείς κανένα γκολ! Πάντοτε έτσι ήσουν…».
Και στα 41 και στα 42 και όσο πάει…

















