Επιλογή Σελίδας

Του Γιώργου Καραμάνου

Ο Ιπ -ή Γιπ- Μαν υπήρξε ένας από τους πλέον θρυλικούς grandmasters σε όλη την ιστορία των πολεμικών τεχνών και αναμφίβολα ο σημαντικότερος δάσκαλος του Γουίνγκ Τσουν, μίας παραλλαγής του Κουνγκ Φου.

Τα τρία στάδια της “διδασκαλίας” του Κλάρενς Ζέεντορφ

Ο διασημότερος μαθητής του Μαν ήταν ο Μπρους Λι και ήταν τέτοια η συνεισφορά του δασκάλου στην εν λόγω τέχνη που γυρίστηκε ακόμα και μία βιογραφική ταινία για όσα εκείνος δίδασκε και πρέσβευε. Στο «Ip Man» (2008) αυτό που αναδεικνύεται περισσότερο από κάθε τι είναι μία απόλυτη ισορροπία. Η Δύναμη, η Τεχνική και η Στρατηγική καταδεικνύουν το πώς ένας σπουδαίος πολεμιστής κατανοεί βαθιά την τέχνη της μάχης.

Όπως ένας αθλητής κατανοεί το παιχνίδι. Με αυτή την ηρεμία μπροστά σε κάθε αντίπαλο, την πνευματική ισορροπία και μία ιδιαίτερη ικανότητα στο να προσαρμόζεται. Όσα δηλαδή θυμίζουν την εκδοχή της μπάλας που ο Κλάρενς Ζέεντορφ παρουσίασε σε κάθε του ομάδα.

Εκείνο που ουσιαστικά κατέστησε το παιχνίδι του ανεξίτηλο σημείο αναφοράς στην πράσινη τσόχα θα μπορούσε να προσδιοριστεί μέσα από τα τρία στάδια της διδασκαλίας του Γιπ Μαν: τη Δέσμευση, τη Στροφή και το Γκραν Φινάλε. Ο Ζέεντορφ κατάφερνε να δημιουργεί ποδόσφαιρο μέσα από λεπτές κινήσεις και στρατηγική ευφυΐα. Μέσα από τη λογική προετοιμασία (Δέσμευση), την αιφνιδιαστική αλλαγή ρυθμού (Στροφή) και την αποφασιστική εκτέλεση (Γκραν Φινάλε). Αυτά δηλαδή που οι αντίπαλοι ήξεραν ότι θα έκανε αλλά και που δεν μπορούσαν να αποτρέψουν…

Μάρτιος 2007: Ο Κλάρενς Ζέεντορφ με τη φανέλα της Μίλαν κόντρα στον Όουεν Χάργκριβς της Μπάγερν Μονάχου / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ (Firo).

Οι απόγονοι…

Στην πολυεθνική εικόνα που η παλιά αποικιοκρατία συνέθεσε γύρω από το ολλανδικό στέμμα, οι Σουριναμέζοι αποτέλεσαν ξεχωριστό κεφάλαιο και ειδικότερα όσον αφορά στο ποδόσφαιρο. Από το λιμάνι του Παραμαρίμπο και τις Ολλανδικές Αντίλλες της Καραϊβικής γενικότερα ξεχύθηκαν προς τα λιμάνια της Βόρειας Ευρώπης καραβιές φτωχών οικογενειών. Μαζί κι εκείνες που έφεραν ως απόγονους τους… Φρανκ Ράικαρντ, Ρούουντ Γκούλιτ, Έντγκαρ Ντάβιντς, Τζίμι Φλόιντ Χάσελμπαϊνκ και Ζέεντορφ και εξελίχτηκαν στις πλέον διάσημες αθλητικές φατρίες.

Ο Κλάρενς έφτασε στην Ευρώπη σε ηλικία δύο ετών, αλλά, σε αντίθεση με την πλειονότητα των συμπατριωτών του από το Σουρινάμ, δεν είχε βιοποριστικό πρόβλημα στα νιάτα του, καθώς ο μπαμπάς, Γιόχαν Ζέεντορφ, έβγαζε τα προς το ζην μέσω της μπάλας.

Κάπως έτσι λοιπόν και ο μπόμπιρας Κλάρενς ακολούθησε τα ίδια βήματα και γυάλισε στο μάτι πολλών ατζέντηδων, έως ότου το γραφείο του θρυλικού Γιόχαν Κρόιφ τον πλησιάσει στα σοβαρά. Για την ακρίβεια, το Urgent Scoutingteam δεν ήταν απλώς το γραφείο του διασημότερου Ολλανδού μπαλαδόρου όλων των εποχών αλλά μία μόνιμη πηγή εμπλουτισμού των ακαδημιών του Άγιαξ, πιστώνοντας στις ανακαλύψεις του -μεταξύ άλλων- τους Ντάβιντς, Πάτρικ Κλάιφερτ, Φρανκ και Ρόναλντ Ντε Μπουρ, Ρομπ Βίτσχε.

Ιούνιος 1998: Ο Κλάρενς Ζέεντορφ με τα χρώματα της Ολλανδίας στο μοναδικό Μουντιάλ της καριέρας του / Photo by: Eurokinissi (Action Images).

Μαγικός Άγιαξ

Για καλή τύχη εκείνης της υπέροχης γενιάς, στο τιμόνι του «Αίαντα» βρέθηκε το 1991 ο Λούις Φαν Χάαλ. Στα 40 του τότε ο Ολλανδός, πήρε την πρώτη του προπονητική δουλειά και αυτό που του ζήτησε η διοίκηση ήταν ακριβώς αυτό που κι ο ίδιος αναζητούσε. Τη δημιουργία μίας νεανικής ομάδας.

Στα εγγύς έτη που θα ακολουθούσαν, ο Άγιαξ αιχμαλώτισε τη φαντασία όλης της Ευρώπης. Ο Φαν Χάαλ κατάφερε να συνδυάσει τις βασικές αρχές από το «Total Football» του θρυλικού Ρίνους Μίχελς και του Κρόιφ μαζί με φανταχτερές πινελιές από τις δομικές αποχρώσεις ενός σύγχρονου ποδοσφαίρου που… ερχόταν.

Και ο Ζέεντορφ, σε εκείνη την ομάδα των παιδιών-θαυμάτων, θα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο σε αυτό το επίτευγμα. Ήταν μόλις 16 ετών, όταν πραγματοποίησε το επαγγελματικό ντεμπούτο του, γράφοντας ιστορία ως ο νεότερος παίκτης που αγωνίστηκε ποτέ στην πρώτη ομάδα.

Υπό την καθοδήγηση των έμπειρων Φρανκ Ράικαρντ, Ντάνι Μπλιντ, τα πιτσιρίκια του Φαν Χάαλ άρχισαν να μαγεύουν, για να φτάσουν στο αποκορύφωμα της σεζόν 1994-1995. Ένα τρομερό αχαλίνωτο σύνολο από θαυματουργούς νεαρούς με περίεργες αφάνες και κοτσιδάκια, αδιανόητο μυϊκό σύστημα και τρελές ταχύτητες. Μαρκ Όφερμαρς, Έντουιν Φαν ντερ Σαρ, Νουάνκο Κανού, Ζόρζ Φίνιντι, Μίχαελ Ράιζιγκερ, Ουίνστον Μπογκάρντε, Γιάρι Λιτμάνεν έκαναν εκπληκτικά πράγματα και έκλεισαν μία μυθική σεζόν, έχοντας μόλις μία ήττα (στο Κύπελλο) σε όλες τις διοργανώσεις.

Η κατάκτηση του Πρωταθλήματος ήρθε με 27 νίκες και 106 γκολ ενεργητικό σε 34 αγώνες, ενώ στο Champions League κανείς δεν μπόρεσε καν να τους παρακολουθήσει. Στον όμιλο η ΑΕΚ γνώρισε ήττες εντός-εκτός, όπως και η Μίλαν. Ακολούθησαν η τριάρα στη Χάιντουκ και μία εκκωφαντική πεντάρα στη Μπάγερν στα ημιτελικά. Στον Tελικό με τη Μίλαν, ο Κλάιφερτ χάρισε στους Ολλανδούς το τρόπαιο έπειτα από 22 χρόνια. Αυτό έμελλε να είναι και το επιστέγασμα του μύθου, καθώς το ποδόσφαιρο έμπαινε στην εποχή των κοινοτικών και ο νόμος «Μποσμάν» νομοτελειακά οδηγούσε σε πώληση τα περισσότερα από τα καινούργια αστέρια.

Σεπτέμβριος 1994: Ο Κλάρενς Ζέεντορφ με τη φανέλα του Άγιαξ στο πλευρό του Πάτρικ Κλάιφερτ / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ.

Σε ένα πάρκινγκ

Η Σαμπντόρια, η οποία μόλις τρία χρόνια νωρίτερα είχε φτάσει στον Τελικό του πειραματικού Champions League, ήταν ακόμη σημαντική δύναμη στην Ιταλία και αποτέλεσε ελκυστικό προορισμό για τον Ζέεντορφ που ξενιτευόταν μόλις στα 19 του. Παρά το νεαρό της ηλικίας του και το ότι η «Ντόρια» τερμάτισε όγδοη, εκείνος έδειξε όλα τα στοιχεία που είχε εμφανίσει με τον Άγιαξ, προσελκύοντας το έντονο ενδιαφέρον ενός κορυφαίου προπονητή.

Ο Φάμπιο Καπέλο, ο οποίος βρισκόταν στον πάγκο της Μίλαν, τον περίμενε στο πάρκινγκ του San Siro μετά τη μεταξύ τους αναμέτρηση. «”Μην επεκτείνεις το συμβόλαιό σου, μην υπογράψεις αλλού. Σε λίγους μήνες πάω στη Ρεάλ Μαδρίτης και εσύ θα έρθεις μαζί μου”, μου είπε επιβλητικά και δεν άκουσε καν την απάντηση που ψέλλισα έκπληκτος. “Εννοείται, mister”, του είπα και λίγο καιρό αργότερα απλώς συνέβη».

Στα τριάμισι χρόνια του στη Μαδρίτη επιβεβαίωσε ότι δεν ήταν απλώς ένα σπουδαίο ταλέντο αλλά ένας ολοκληρωμένος ποδοσφαιριστής, ο οποίος έδειχνε να έχει πάντα τον απόλυτο έλεγχο αλλά και έναν σεβασμό προς το παιχνίδι, μαζί με μία βαθιά κατανόηση του ρόλου του στην ομάδα.

Η πρώτη χρονιά με τον Καπέλο έφερε το Πρωτάθλημα και η αμέσως επόμενη με τον Γιουπ Χάινκες υπήρξε ιστορική. Η μεγάλη συλλογική κούπα της Ευρώπης ντύθηκε στα λευκά (για έβδομη φορά) έπειτα από προσμονή 32 χρόνων και ο Ζέεντορφ ανήκε στους πρωταγωνιστές, κατακτώντας το δικό του δεύτερο τρόπαιο.

Ήταν πλέον τέτοια η άνοδος του στο χρηματιστήριο του παιχνιδιού, ώστε στο φινάλε του 1999 Ρεάλ και Γιουβέντους είχαν συμφωνήσει για ανταλλαγή του με τον Ζινεντίν Ζιντάν, κάτι που η πλευρά του Γάλλου χάλασε λίγο πριν τις υπογραφές. Το ιταλικό πεπρωμένο ωστόσο θα συνέχιζε να τον καλεί.

Νοέμβριος 1997: Ο Κλάρενς Ζέεντορφ σε αποστολή της Ρεάλ Μαδρίτης – πίσω του ο Νταβόρ Σούκερ / Photo by: Eurokinissi (Action Images).

Το… καλώδιο

Ο Γκους Χίντινκ, ο οποίος βρισκόταν στο Santiago Bernabéu από το 1998, δεν είχε καλές σχέσεις μαζί του, καθώς δεν είχαν συνυπάρξει ιδανικά στην τριετία (1995-1998) τους με την Εθνική. Ήταν στο Euro 1996, όταν ο Χίντινκ τον έβαλε σε θέση λίμπερο στο δεύτερο ματς, αυτό με την Ελβετία, και, επειδή είδε ότι δεν τα πήγαινε καλά, τον έκανε αλλαγή μόλις στο 26’.

Αυτό ενόχλησε τους συμπαίκτες του, ειδικά τον κολλητό του, τον Ντάβιντς, ο οποίος μετά τον αγώνα τα έβαλε με τον προπονητή του με άσχημο τρόπο, δίνοντας μάλιστα ρατσιστικά στοιχεία στην απόφαση του κόουτς: «Ο Χίντινκ πρέπει να βγάλει τα μούτρα του από τους κώλους ορισμένων παικτών, ώστε να μπορεί να δει καλύτερα τι συμβαίνει». Ο Ντάβιντς αναφερόταν στους Μπλιντ και τα αδέρφια Ντε Μπουρ, για τους οποίους θεωρείτο ότι επηρέαζαν τις επιλογές της ενδεκάδας.

Αυτονόητα ο παίκτης στάλθηκε σπίτι του, ενώ ο Ζέεντορφ, ο οποίος συνέχισε, αστόχησε σε πέναλτι στον μετέπειτα αποκλεισμό από τη Γαλλία.

Για όσον καιρό ήταν εκλέκτορας ο Χίντινκ, Ζέεντορφ και Ντάβιντς βρέθηκαν σε δυσμένεια, όπως και το παρεάκι τους γενικότερα.

Ήταν οι δυο τους μαζί με τους Μπογκάρντε, Ράιζιγκερ, Κλάιφερτ που είχαν λάβει το παρατσούκλι «De kabel» («Το καλώδιο»), το οποίο καταδείκνυε την ενότητά τους και την ενόχλησή τους κόντρα στις πιο “λευκές” επιλογές στην Εθνική.

Μιλάνο

Ο Χίντινκ μπορεί να μην τον ήθελε και να τον έβγαλε στο σφυρί τον Δεκέμβριο του 1999, αλλά ο Τζοβάνι Τραπατόνι μιμήθηκε τον Καπέλο και επικοινώνησε απευθείας μαζί του. «Μου είπε ότι θα με έβαζε να παίξω “10άρι” πίσω από τους Ρονάλντο, Βιέρι. Ξετρελάθηκα, δεν γινόταν να αρνηθώ», θα παραδεχτεί, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν θα περάσει την καλύτερη διετία του στη «nerazzurro» πλευρά του Μιλάνου.

Φεβρουάριος 2002: Ο Κλάρενς Ζέεντορφ με τη φανέλα της Ίντερ κόντρα στον Βασίλη Λάκη της ΑΕΚ / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ.

Φαινόταν ότι η καριέρα του είχε αρχίσει να μην αποδίδει όσα υποσχόταν, ώσπου συνέβη μία τρελή ανταλλαγή.

Η Ίντερ ζήτησε από τη Μίλαν τον Φραντσέσκο Κόκο και πρότεινε ανταλλαγή με τον Ζέεντορφ. Αλλάζοντας απλώς αποδυτήρια, στο ίδιο γήπεδο, θα έγραφε ιστορία και θα σημάδευε έντονα μία εκπληκτική εποχή για τους «Rossoneri».

Ο Κάρλο Αντσελότι βρήκε αμέσως πού θα του απέδιδε τα μέγιστα. Ο Τζενάρο Γκατούζο και ο Αντρέα Πίρλο εξασφάλιζαν ποιότητα και “φροντίδα” στα νώτα του, ώστε εκείνος να μπορεί να είναι απρόσκοπτα δημιουργικός, δίχως όμως να παρατάει τα ανασταλτικά καθήκοντα, ενώ μπροστά του ο Κακά τού έδινε τη δυνατότητα του ονείρου και της φαντασίας.

Η δεκαετία που πέρασε με τη φανέλα της Μίλαν ήταν μία από τις σπουδαιότερες ποδοσφαιριστή στον 21ο αιώνα. Όλες οι διδαχές του «Total Football» με τις οποίες είχε γαλουχηθεί ήρθαν και κούμπωσαν τέλεια με την πιο βαθιά φιλοσοφία του calcio. Εκείνη που πρέσβευε εκείνη η φανταστική ομάδα. Ο Ζέεντορφ εκεί έφερε μία ισορροπία και μία ακλόνητη αίσθηση του πότε έπρεπε να γίνει το βήμα μπροστά. Δεν ήταν απλώς ένας παίκτης με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση αλλά ένα φυσικό φαινόμενο που μπορούσε να αντέξει κάθε πίεση.

Συνδύαζε με τρομακτικό τρόπο την εκρηκτική δύναμη με την κομψότητα. Κρατούσε την μπάλα κολλημένη στα πόδια του, χρησιμοποιώντας το σώμα του για να προστατεύσει την κατοχή, ακόμα και απέναντι στους πιο σκληρούς αντιπάλους. Την ίδια στιγμή τούς προσπερνούσε με τακουνάκια, ποδιές, προσποιήσεις με μισή κίνηση του σώματος, για να ολοκληρώσει, διασπώντας τις πιο συμπαγείς άμυνες με μία κάθετη τρύπα, μία σέντρα ακριβείας ή κάποια από τις ασύλληπτες ομοβροντίες του από τα 30 και τα 40 μέτρα.

Απρίλιος 2007: Ο Κλάρενς Ζέεντορφ με τη φανέλα της Μίλαν μαζί με τον Αντρέα Πίρλο / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ (Omega).

Μοναδικός

Στην πρώτη του σεζόν στην κοκκινόμαυρη πλευρά της πόλης κατέκτησε το Coppa Italia, ένα τρόπαιο που το club αγνοούσε για 26 χρόνια, αλλά το καλύτερο τον περίμενε στο φινάλε εκείνης της χρονιάς. Στον “εμφύλιο” Τελικό του Old Trafford κόντρα στη Γιουβέντους εκείνος μπορεί να έχασε το δικό του πέναλτι στη διαδικασία τις άσπρης βούλας, αλλά η Μίλαν σήκωσε το Champions League και έτσι έγινε ο μοναδικός στην ιστορία που πήρε το μεγάλο τρόπαιο με τρεις διαφορετικές ομάδες. Παρά το χαμένο πέναλτι, ο Ζέεντορφ έκανε πραγματικά ολοκληρωτική εμφάνιση, παίζοντας σε τρεις διαφορετικές θέσεις στα 120 λεπτά.

Η επόμενη χρονιά τού έδωσε και το scudetto, αλλά το 2005 στην Κωνσταντινούπολη έζησε τη μεγάλη απογοήτευση. «Εκείνη η ανάμνηση δεν βγαίνει ποτέ από το μυαλό μου. Ούτε και μπορώ να μετρήσω πόσες φορές έχω ξαναπαίξει εκείνον τον Τελικό στο μυαλό μου. Και σε όλες τις εκδοχές νικάμε». Μόνο που τότε νίκησε η Λίβερπουλ. Στην πιο τρελή ανατροπή (3-3 από 3-0) και ενώ τα πάντα κρίθηκαν στα πέναλτι, όπου, επηρεασμένος από τις προηγούμενες λανθασμένες κρίσιμες αστοχίες, ο Ολλανδός ζήτησε να μην αναλάβει εκτέλεση.

Ωστόσο, το 2007 θα έπαιρναν τη ρεβάνς από τους «Reds» με το 2-1 της Αθήνας, για να συμπληρώσει προσωπικά ένα φανταστικό καρέ στην κορυφαία διοργάνωση και να ψηφιστεί κορυφαίος μέσος του τουρνουά.

Εκείνη τη χρονιά έφτασε στο απόγειό του και υπήρξε η προσωποποίηση της ουσίας. Η δράση του τον προσδιόριζε ως τον απόλυτο αρχιτέκτονα του κέντρου.

Σε εκείνη την έκδοσή του δεν έπαιζε απλώς ποδόσφαιρο. Το καταλάβαινε, το ένιωθε, το διηύθυνε. Έδινε ρυθμό σε μία ευθραυστότητα που συχνά έμοιαζε να εξαρτάται αποκλειστικά από τις δικές του διαθέσεις. Τα έκανε όλα με μία αυτοπεποίθηση σχεδόν προκλητική. Οι λειτουργίες του δεν ήταν τυχαίες. Κάθε μία είχε λόγο ύπαρξης. Και, όταν σούταρε, η μπάλα ταξίδευε με δύναμη, με νόημα, σαν να είχε προαποφασίσει από πριν πού θα καταλήξει.

Νοέμβριος 2009: Ο Κλάρενς Ζέεντορφ με τη φανέλα της Μίλαν / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ (Omega).

Πληγή και φινάλε

Ενώ όμως συνέβαιναν όλα αυτά στην καλύτερη φάση της καριέρας του, συνέβαινε και το παράδοξο να μην μπορεί να βιώσει τα ίδια με την Εθνική. Ο εκλέκτορας Μάρκο Φαν Μπάστεν τον άφησε εκτός του Μουντιάλ 2006, όπως έκανε και με τους Ντάβιντς, Κλάιφερτ, Μακάι. Οι τρεις από εκείνο το «καλώδιο» και πάλι δεν θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά με τους «Oranje».

Όταν μάλιστα ο Φαν Μπάστεν ζήτησε από τον Ζέεντορφ να ενσωματωθεί ενόψει του Euro 2008, εκείνος αρνήθηκε, εξηγώντας ότι δεν συμφωνούσε με τη διόλου ανθρώπινη συμπεριφορά του προπονητή. Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι αισθανόταν από καιρό παραγκωνισμένος, μιας και στο κέντρο πλέον δέσποζαν οι Γουέσλι Σνάιντερ, Ράφαελ Φαν Nτερ Φάαρτ.

Κάπως έτσι έληξε σχετικά άδοξα και πρώιμα (2008) η καριέρα του με το εθνόσημο.

Με τη Μίλαν όμως είχε ακόμα τέσσερα χρόνια, παίρνοντας και πάλι το scudetto το 2011. Το επόμενο καλοκαίρι, στα 36 του, είχε κατανοήσει ότι δεν θα μπορούσε να παίξει άλλο σε αυτό το επίπεδο. Ακολουθώντας τη Βραζιλιάνα σύζυγό του, πήρε μία απρόσμενη απόφαση και βρέθηκε με τα ασπρόμαυρα της Μποταφόγκο.

Εκεί απέδειξε ότι μόνο “τελειωμένος” δεν ήταν. Σε μία χορταστική διετία, όπου σημείωσε και το πρώτο χατ τρικ της καριέρας του, πανηγύρισε την κατάκτηση του Carioca, πρόσθεσε ορισμένες όμορφες στιγμές στα highlight του και το 2014 ολοκλήρωσε την πορεία του σε ηλικία 38 ετών, παίζοντας επαγγελματικά για 22 χρόνια.

«Αναμφίβολα είχα όρεξη να παίξω λίγο ακόμα, αλλά με κάλεσε η Μίλαν και δεν μπορούσα να αρνηθώ». Ουσιαστικά κρέμασε τα σορτσάκια του μόνο και μόνο για να αναλάβει τους «Rossoneri» σε μία δύσκολη περίοδο. Δεν τα πήγε όμως καλά στην πρώτη προπονητική απόπειρά του και απολύθηκε έπειτα από μόλις πέντε μήνες. Οι επόμενες τρεις δουλειές του στέφθηκαν από αποτυχία και δεν προπόνησε ποτέ ξανά από το 2019 και την Εθνική Καμερούν.

Ο Κλάρενς Ζέεντορφ με τη φανέλα της Μποταφόγκο.

Η αλήθεια πάντως είναι ότι δεν έμεινε ανενεργός. Ποτέ του δεν ήταν άλλωστε μονοδιάστατος ούτε εκτός γηπέδων. Και πώς θα μπορούσε να είναι τέτοιος ένας άνθρωπος μορφωμένος που μιλάει άπταιστα έξι γλώσσες, που έχει master στη διοίκηση επιχειρήσεων; Ένα ηγετικό πνεύμα που βρέθηκε να έχει στήλη στους «New York Times», θέση σχολιαστή στο «BBC», να έχει τρέλα με τις μηχανές, αλλά πάνω απ’ όλα μία απύθμενη αγάπη για τα παιδιά. Ενδεικτικό είναι ότι στο Σουρινάμ έχει χτίσει ένα κανονικό γήπεδο και χρηματοδοτεί το ίδρυμα «Champions for Children», το οποίο βοηθάει άπορα παιδιά να αποκτήσουν πρόσβαση στην εκπαίδευση.

«Ποτέ μου δεν έχω συναντήσει ξανά μία τόσο σπάνια και ισχυρή προσωπικότητα», θα πει σε συνέντευξή του χρόνια μετά την κοινή συνύπαρξή τους στο ποδόσφαιρο ο πρώην ψυχολόγος της Μίλαν, Μπρούνο Ντεμικέλις, και θα αιτιολογήσει:

«Ακόμα, όταν ήταν πιο νέος, μιλούσε 10% ως παίκτης, 20% ως Γενικός Διευθυντής και 70% ως προπονητής. Ήταν πάντοτε εκείνος που διαφωνούσε και αναζητούσε μία αιτία σε κάθε απόφαση. Και το έκανε με χιούμορ. Ακόμα και όταν λέγαμε στους παίκτες να πάνε να κάνουν την ανάγκη τους, εκείνος θα ρωτούσε τι χρώμα και σχήμα θα έπρεπε να έβγαζαν».

Ίσως να ήταν όλο αυτό το ιδιαίτερο και πολυποίκιλο εσωτερικό υπόβαθρο που να του προσέδιδε αυτόν τον μοναδικό αγωνιστικό χαρακτήρα. Μία ανώτερη, έξυπνη ποδοσφαιρική οντότητα που λειτουργούσε με υπομονή, δύναμη και απόλυτη κατανόηση των κινήσεων γύρω της. Και όλα αυτά, σε μία εκπληκτική διαδρομή, ανάμεσα σε σπουδαίες ομάδες και συμπαίκτες. Μέσα από εντελώς διαφορετικά και εναλλασσόμενα ποδοσφαιρικά περιβάλλοντα, αλλά πάντοτε με την προσαρμοστικότητα του να τον καθιστά πρωταγωνιστή και δίχως μάλιστα να χάνει ποτέ την ταυτότητά του.

Και καθώς έδινε την τελευταία του πάσα στο χορτάρι και ο χρόνος σταμάτησε να μετρά τα λεπτά του μέσα στο γήπεδο, ο Κλάρενς Ζέεντορφ ήξερε ότι άφησε αυτό που πραγματικά μετράει. Μία εκκωφαντική, αδιαπραγμάτευτη κληρονομιά…

Ιούλιος 2024: Ο Κλάρενς Ζέεντορφ σε ηλικία 48 ετών / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ.

Πηγή: Athletestories