Του Αντώνη Καρπετόπουλου
Ο εφετινός ποδοσφαιρικός χειμώνας χαρακτηρίζεται από απολύσεις προπονητών που ήταν δύσκολο να περιμένεις. Τρεις από αυτές συζητήθηκαν πολύ σε όλη την ποδοσφαιρόφιλη Ευρώπη: αναφέρομαι στην απόλυση του Εντσο Μαρέσκα από την Τσέλσι, του Αμορίμ από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και βέβαια του Τσάβι Αλόνσο από την Ρεάλ Μαδρίτης. Οι αποφάσεις των διοικήσεων των αγγλικών ομάδων εξέπληξαν πολύ κόσμο: ειδικά εμείς οι κάπως πιο μεγάλοι έχουμε στο μυαλό μας ένα στερεότυπο με το οποίο μεγαλώσαμε και θέλει τις αγγλικές ομάδες να μην αλλάζουν εύκολα προπονητές – δεν ισχύει πλέον αυτό και το βλέπουμε. Η περίπτωση του Αλόνσο είναι διαφορετική. Θα σας πω σήμερα τι πιστεύω για την αλλαγή νοοτροπίας των Αγγλών και προσεχώς θα γράψω για τον Βάσκο της Βασίλισσας που είναι ένα πολύ ειδικό κεφάλαιο.
Από ακλόνητος, απολυμένος
Η απόφαση της Τσέλσι να διώξει τον Ιταλό προπονητή της ήταν αυτή που προκάλεσε την πιο μεγάλη έκπληξη καθώς λίγους μήνες πριν – και ειδικά μετά την κατάκτηση του Παγκοσμίου κυπέλλου Συλλόγων από την ομάδα του Λονδίνου – ο Μαρέσκα έμοιαζε να είναι από τους λίγους προπονητές στην Ευρώπη που έμοιαζε ακλόνητος. Επί των ημερών του πολλοί παίκτες της Τσέλσι είχαν βελτιωθεί, η ομάδα κατέκτησε τίτλους και κατά κοινή ομολογία η πρόοδός της υπήρξε σημαντική αν όχι και τεράστια. Και όμως τίποτα από αυτά δεν αρκούσαν για να ολοκληρώσει την σεζόν.

Ο Αμορίμ προσελήφθη πριν από 14 μήνες από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, δηλαδή τον Νοέμβριο του 2024: η αγγλική ομάδα πλήρωσε πολλά για να βγει συναινετικά το διαζύγιο του με την Σπόρτινγκ Λισαβόνας και να αποκτήσει τις υπηρεσίες του. Τον υποδέχτηκαν ως αναμορφωτή, ενώ ζούσαν μία κάπως αδιάφορη χρόνια. Υπήρξε η εντύπωση ότι ο Πορτογάλος έχει μπροστά του έναν ολόκληρο χρόνο προετοιμασίας της Γιουνάιτεντ και ότι απαιτήσεις από αυτόν θα υπήρχαν από την επόμενη σεζόν. Η εντύπωση αυτή εδραιώθηκε και από τη στιγμή που ο Αμορίμ δεν απολύθηκε το δίμηνο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου όταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ έμεινε πολύ μακριά από τις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας της Πρέμιερ λιγκ. Στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις έτσι κι αλλιώς δεν έπαιρνε μέρος. Η φυγή του δεν βελτίωσε την Γιουνάιτεντ: αποκλείστηκε προ ημερών και από το κύπελλο Αγγλίας χάνοντας και τον τελευταίο της στόχο και τώρα θα παλέψει για να πάρει ένα ευρωπαϊκό εισιτήριο, πράγμα που θα μπορούσε να κάνει και με τον Αμορίμ.
Εχουν αλλάξει όλα
Οι κινήσεις αυτές δεν έχουν να κάνουν με ανάλυση των αγωνιστικών δεδομένων: δεν μοιάζει να αξιολογήθηκε ο τρόπος που έπαιζαν αυτές οι ομάδες, ή η (μη) πρόοδος των παικτών, ή η (μη) αξιοποίηση των μεταγραφών που στοίχησαν πολλά – αυτά για να αξιολογηθούν πρέπει η σεζόν να ολοκληρωθεί. Οι δυο πλήρωσαν αποτελέσματα στο πρωτάθλημα. Οι διοικήσεις των ομάδων κυρίως περίμεναν στο πρωτάθλημα να δουν άλλα. Αυτό από μόνο του θυμίζει κρίσεις που γίνονται βασικά στην Νότια Ευρώπη κι είναι λίγο τραγική ειρωνεία ότι δυο νοτιοευρωπαίοι προπονητές έφυγαν από τις χώρες τους για να πάνε στο νησί και να κριθούν τελικά νοτιευρωπαϊκά!
Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι Αγγλοι παράγοντες βλέπουν το ρόλο του προπονητή; Φυσικά. Από τους καιρούς που ο Σερ Αλεξ Φέργκιουσον μπορούσε να βρίσκεται στον πάγκο της Γιουνάιτεντ για μια ολόκληρη πενταετία χωρίς να κερδίζει τίποτα και χωρίς να τον ενοχλεί κανείς, μοιάζει να έχουν περάσει αιώνες. Γιατί έχει συμβεί αυτό; Πρώτον γιατί δεν υπάρχουν Αγγλοι παράγοντες στις αγγλικές ομάδες. Οι πολλοί ξένοι λεφτάδες, οι οποίοι απέκτησαν ομάδες τα τελευταία 20 χρόνια στο νησί, άλλαξαν τον τρόπο που βλέπουν το ποδόσφαιρο οι Αγγλοι γενικότερα. Τώρα πλέον οι προπονητές κρίνονται και εκεί κάθε Κυριακή και μάλιστα πάρα πολύ αυστηρά, όχι μόνο από τους ιδιοκτήτες των ομάδων, τους τεχνικούς διευθυντές και τον Τύπο, αλλά και από πρώην ποδοσφαιριστές που κάνουν τηλεοπτικές εκπομπές και είναι πάρα πολύ επιδραστικοί – φυσικά αυστηρά κρίνονται και από τους ίδιους τους οπαδούς στα social media. Ένας Αγγλος οπαδός της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που είναι σήμερα 30 χρονών, τους καιρούς που η διοίκηση της ομάδας του στήριζε τον σερ Άλεξ δεν τους έχει ζήσει. Πιθανόν αν τους πεις ότι ο Φέργκιουσον παρέμεινε στους ομάδα του πέντε χρόνια χωρίς να κερδίζει τίποτα θα σε κοιτάξει σαν τρελό.

Η εξαίρεση και ο κανόνας
Στην μετάλλαξη του αγγλικό ποδόσφαιρο δεν υπάρχουν πλέον «αφεντικά προπονητές»: ο τελευταίος της κατηγορίας, μετά την φυγή του Κλοπ, δεν είναι ο Πεπ Γκουαρντιόλα που είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση, αλλά στην πραγματικότητα ο Αρτέτα. Ο Γκουαρντιόλα κέρδισε τίτλους αμέσως: δεν είχε στην Σίτυ ανάγκη στήριξης, ακόμα και η στελέχωση της διοίκησης είναι δική του. Η περίπτωση του Αρτέτα θυμίζει τους καιρούς του Σερ Αλεξ, που μπορούσε να βρίσκεται στην Γιουνάιτεντ για πέντε χρόνια χωρίς να κερδίζει τίποτα. Η διαφορά είναι ότι η περίπτωση του Αρτέτα είναι πλέον εξαίρεση, ενώ ό,τι συνέβαινε κάποτε με τον Φέργκιουσον ήταν ο κανόνας. Ανάλογη μεταχείριση είχαν τα χρόνια εκείνα και προπονητές όπως ο Τζόρτζ Γκρέιαμ και φυσικά ο Αρσέν Βενγκέρ (και οι δυο στην Άρσεναλ), ο Πέισλι, ο Νταλγκλίς κι ο Κίγκαν στην Λίβερπουλ, ο Μπόμπι Ρόμπσον που έμεινε δεκατρία ολόκληρα χρόνια στην Ιπσγουιτς πριν κάνει το γύρο της Ευρώπης χωρίς φυσικά εκεί διαρκώς να κερδίζει. Και υπήρχαν κι άλλοι πολλοί τοπικοί ήρωες που έδεσαν το όνομά τους με συγκεκριμένες ομάδες (ο Μπράιαν Ρόμπσον πχ έμεινε επτά χρόνια στην Μίντλεσμπρο) χωρίς να χρεώνονταν αποτυχίες για τον απλούστατο λόγο ότι στην Αγγλία δεν πίστευαν ότι ο προπονητής αποτελεί μυστικό επιτυχιών. Στην καλύτερη των περιπτώσεων έβλεπαν στο πρόσωπο του ένα μάνατζερ, ένα άνθρωπο δηλαδή που μπορούσε να διαχειριστεί σωστά τα οικονομικά του συλλόγου και να παρουσιάζει μια ομάδα που με το ποδόσφαιρο που έπαιζε γέμιζε το γήπεδο. Σήμερα τα οικονομικά τα διαχειρίζονται άλλοι και τα γήπεδα των μεγάλων ομάδων είναι γεμάτα χάρη στα διαρκείας εισιτήρια πριν καν η σεζόν αρχίσει. Τα δεδομένα άλλαξαν και μαζί και οι νοοτροπίες.

Αλλα πλέον τα κριτήρια
Σήμερα τα κριτήρια επιτυχίας (δηλαδή παραμονής ενός προπονητή) είναι σαφώς περισσότερο περίπλοκα. Ειδικά οι περίφημες ευρωπαϊκές επιτυχίες δύσκολα παρατείνουν καριέρες, αν στο πρωτάθλημα τα αποτελέσματα δεν είναι καλά. Ο Μαρέσκα κέρδισε πέρσι το Conference league και το Παγκόσμιο Κύπελλο συλλόγων με την Τσέλσι: απολύθηκε. Ο Αμορίμ έφτασε στον τελικό του Europa League με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: δεν το θυμάται κανείς. Ο Ποστέκογλου, κατακτητής του Europa league με την Τότεναμ έχει δύο απολύσεις ήδη μετά από αυτή την επιτυχία του: αυτή δεν τον βοήθησε να συνεχίσει στους Λονδρέζους και στο μεταξύ χρεώθηκε και την κακή πορεία στο πρωτάθλημα της Νότιγχαμ Φόρεστ και έφυγε και από αυτή.
Το κριτήριο των διοικούντων των ομάδων της Πρέμιερ λιγκ μοιάζει να είναι κυρίως το τι κάνουν οι ομάδες στο αγγλικό πρωτάθλημα. Οι προπονητές, αν σε αυτό δεν μπορούν να πιάσουν στόχους, κινδυνεύουν: η Τσέλσι έχει καλά αποτελέσματα στο Τσάμπιονς λιγκ και η Νότιγχαμ τα πάει καλά στο Γιουρόπα λιγκ, αλλά αυτά δεν έσωσαν ούτε τον Μαρέσκα, ούτε τον Ποστέκογλου. Είναι νομίζω προφανές ότι η παραμονή των προπονητών στους πάγκους εξαρτάται κυρίως από το πόσο ψηλά μπαίνει ο πήχης στο πρωτάθλημα. Αν στόχος γίνει η κατάκτηση του πρωταθλήματος, κάθε προπονητής που αυτό τον στόχο τον υπηρετεί και στην Αγγλία πλέον κινδυνεύει γιατί κι αυτό το πρωτάθλημα ένας το κερδίζει και το πολύ πολύ να το διεκδικήσουν κι άλλοι δύο. Θέλω να πω απλά ότι οι ποδοσφαιρικές εταιρίες στην Αγγλία δεν λειτουργούν πλέον όπως και υπόλοιπες ευρωπαϊκές. Από την στιγμή που δεν τους αρκούν ούτε τα ευρωπαϊκά αποτελέσματα λειτουργούν πλέον ακόμα χειρότερα! Σαν την Ρεάλ Μαδρίτης πχ για την οποία θα τα πούμε λίαν συντόμως…
Πηγή: Karpetshow















