Μία Δευτέρα σαν αυτή που ξημέρωσε τώρα, πρώτες ημέρες 1983, όλη η Ελλάδα μιλούσε για τη χήρα που είχε πιάσει το μοναδικό δεκατριάρι στο ΠΡΟ-ΠΟ. Κάπου πενήντα εκατομμύρια, δραχμές βέβαια. Ζωγοπούλου, αν η μνήμη δεν έχει παραχαράξει το όνομα στα 40+ χρόνια από τότε. Η γιαγιούλα έπαιζε ΠΡΟ-ΠΟ…όπως Λόττο. Εντελώς στα τυφλά. Δεν κοίταζε τους αγώνες, μόνο γέμιζε στο δελτίο τα κουτάκια με 1, Χ, 2. Και ζούσε, κάθε εβδομάδα, με την ελπίδα. Α-μπε-μπα-μπλομ. Εκείνη την Κυριακή συνέπεσε, ο Ολυμπιακός να ηττηθεί 2-0 από την ΑΕΛ στο Αλκαζάρ, ο Παναθηναϊκός 3-1 από τον Πανιώνιο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, η ΑΕΚ 3-2 από τον ΟΦΗ στη Νέα Φιλαδέλφεια. Μπλομ!
Εννοείται, δεν υπάρχει η μία απάντηση που καλύπτει το τετράπτυχο ερώτημα γιατί ζήσαμε ξανά ένα τέτοιο, αλησμόνητο επειδή πράγματι είναι τόσο σπάνιο, Σαββατοκύριακο. Σέρρες, Τρίπολη, Ολυμπιακό Στάδιο, Τούμπα. Ο κοινός παρονομαστής είναι, ότι και τα τέσσερα συνέβησαν “για κάποιον λόγο”. Για κάποιον, το καθένα, διαφορετικό λόγο. Δεν θα δοκιμάσουμε εδώ, εξαντλητική ανάλυση. Θα το πάμε (όσο γίνεται πιο) επιγραμματικά. Σε τίτλους.
ΑΕΚ, λοιπόν. Και πέρυσι ακόμη, που ήταν κάτοχος του τίτλου και έφτασε σε απόσταση μίας κεφαλιάς (Ανσαριφάρντ) από το back-to-back, πάλι τον νεοφώτιστο Πανσερραϊκό δεν τον νίκησε. Καν, στην ΑγιαΣοφιά! Ούτε, ένα Πανσερραϊκό “καλή ώρα” δέκα παικτών, στις Σέρρες. Σημειώσαμε μετά την πρεμιέρα τον Αύγουστο, ήττα του Πανσερραϊκού στην Τούμπα, πως ο Πάβλο Γαρσία άφησε πίσω legacy. Κληροδότημα. Γενναιότητας, στο παιγνίδι. Σήμερα μπορούμε αβίαστα να συμπληρώσουμε πως ο Πανσερραϊκός, στον Χεφτέ διαθέτει το καλύτερο “εννέα” σε ολόκληρη την υπό το big-5 Σούπερ Λιγκ. Γιατί όχι, συνεπώς;
Οι αναμετρήσεις στο πρωτάθλημα, το διακύβευμα και η ανταγωνιστικότητα τις κάνουν να μη έχουν καμία σχέση με all-star games στα οποία ο κόσμος πηγαίνει για να απολαύσει, χαλαρός, όλους τους rich ‘n’ famous μαζί επί σκηνής. Μία all-star Ρεάλ, μέσα στο σπίτι της, την τρύπησε σαν κόσκινο η Μπαρσελόνα που στην εναρκτήρια ενδεκάδα δεν είχε μισή μετεγγραφή! Η ΑΕΚ έχει τη ντουλάπα με τα, τόσα πολλά, αχρείαστα ρούχα. Δεν χωράνε, μέσα. Και είναι σαν να πασχίζει να τα φορέσει, όλα επάνω της, σε μία νυχτερινή έξοδο. Μη διαχειρίσιμο, πρακτικά. Ο ιδιοκτήτης είπε “ξέρω τι θα κάνω”. Σε ερώτηση, για τη διαιτησία. Η ευχή είναι ότι “ξέρει τι θα κάνει” για την ομάδα. Η ομάδα χρειάζεται, να καθαρίσει τον αέρα της. Clear the air. Ο προπονητής προκάλεσε ευθέως, ακριβώς αυτή τη συζήτηση. Αποφάσεις, για να προχωρήσουμε. Ο,τι πιο εποικοδομητικό.
Ολυμπιακός. Το ίδιο το ποδόσφαιρο του Ολυμπιακού, κάνει τους χαφ… περιττούς. Βασικά υπάρχουν εκεί, για ένα λόγο. Να τρέχουν, και να κυνηγάνε τις δεύτερες μπάλες. Αληθινός πλέι-μέικερ, είναι ο Νταβίντ Κάρμο. Ο Νταβίντ Κάρμο είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής στον Ολυμπιακό, για τον οποίον αξίζει ο αντίπαλος να μπει στον κόπο να τον πρεσάρει στη (μεγάλη) πάσα. Στον Ολυμπιακό, δεν υπάρχουν “ελληνικά” ματς και “ευρωπαϊκά” ματς. Υπάρχουν ματς στα οποία ο αντίπαλος είναι σαν να πιάνεται κορόιδο, και ματς στα οποία ο αντίπαλος δεν πιάνεται κορόιδο.
Αν ο αντίπαλος κάνει το “λάθος” να θέλει να παίξει (περισσότερες από τρεις πάσες στη σειρά), μία Σπόρτιγκ Μπράγκα ή μία Μάλμε, την έβαψε! Ο Ολυμπιακός θα ορμήσει, θα κλέψει μπάλες, θα βγει στη μετάβαση, θα σκοτώσει. Αυτό το ποδόσφαιρο, και στην Τρίπολη μια χαρά μπήκαν να το υποστηρίξουν. Ούτε κουρασμένοι ήταν, ούτε σνομπ, ενέργεια και ορμή έβγαλαν, τρεξίματα έβγαλαν, επικίνδυνοι στα κόρνερ έγιναν. Απλώς ο Αστέρας “είπε” ok, αν θέλετε μπάπα-μπούπα, πάμε να παίξουμε μπάπα-μπούπα, κι όπως κάτσει το έργο. Εκατσε το ένα-μηδέν, δεν έκατσε το ένα-ένα, ύστερα δεν έκατσε το δύο-μηδέν, στο τέλος πάλι δεν έκατσε το ένα-ένα. Συγγνώμη αλλά, είδαμε ποδόσφαιρο “στα ζάρια”.
Παναθηναϊκός. Ενα συνολικό παιγνίδι, ελέγχου σε όλα τα κομμάτια. Συγκροτημένο, ήρεμο, ώριμο. Ηθελε να παίξει σωστά, και σωστά έπαιζε. Υπομονετικός, δίχως ρίσκα βιασύνης, στο build-up. Δυνατά τρεξίματα, με αφετηρία τον Γερεμέιεφ, στις κατοχές του Αρη. Κατάφερνε, να μη δίνει δικαίωμα για να κινδυνεύει. Εκανε παίκτες-κλειδιά του Αρη, να είναι αόρατοι, ή περίπου. Τους “έβαλε για ύπνο”. Ο δεξιός τομέας (Βαγιαννίδης, Μπακασέτας, Τετέ) ήταν μια σταθερή εστία επιθετικής δημιουργίας. Η προτέρα διαχείριση Βαγιαννίδη, έξω τόσον καιρό, μου θύμισε το ανέκδοτο με εκείνον που τον απάτησε η γυναίκα του και, για να την εκδικηθεί, πήγε κι έκοψε το πουλί του.
Ο Τετέ δε, όχι για πρώτη φορά, έκανε (τη διαφορά με) ένα… Ρομάριο. Ο Παναθηναϊκός έχασε τη νίκη, πάνω-κάτω όπως την έκλεψε στην Κρήτη την προηγούμενη φορά. Ναι, σιγά-σιγά ο Αρης ήδη είχε αρχίσει να είναι αισθητά βελτιωμένος, ναι, ο Αρης το πάλευε με αφυπνισμένη την απαίτηση στον εαυτό του (αφού δεν έδρασε, τουλάχιστον κάπως να αντιδράσει). Αυτό που εν τέλει ο Αρης κατάφερε, στο ποδόσφαιρο δεν παύει να λέγεται “έκλεψε”. Μία μπάλα που χάθηκε στο κέντρο μεταξύ Ουίλιαν Αράο και Τσέριν, η γρήγορη μετάβαση, και ο Λορέν που έκανε (τη διαφορά με) ένα… Λορέν.
ΠΑΟΚ. Αλλά, πρώτα ο ΟΦΗ. Με τους οκτώ Ελληνες στην ενδεκάδα. Ξεκινάμε με ένα μπράβο, μόνο γι’ αυτό. Συνεχίζουμε με ένα δεύτερο μπράβο, για την επιθυμία να ανοίξει το γήπεδο και να παίξει στα ίσα. Run ‘n’ gun. Μπορούσε ίσως, να φάει πολλά. Ο ΠΑΟΚ άλλη μία φορά, υπήρξε απερίγραπτα σπάταλος σε υποσχόμενες επιθέσεις που άνετα σκάρωνε. Η πεποίθηση του ΟΦΗ, ότι το ανοικτό γήπεδο είναι η πιο ισχυρή πιθανότητά του, αυτό είναι κάτι που στο ποδόσφαιρο αξίζει να ανταμείβεται. Οχι να τιμωρείται. Ο ΠΑΟΚ φαίνεται να ευρίσκεται σε σύγχυση. Ενώ κατ’ εξοχήν φημίζεται, το γκρουπ, για τη σειρά και την τάξη στα πράγματα.
Η αίσθησή μου είναι πως ο ΠΑΟΚ έχει μπερδευτεί, σε αυτό που λέμε “κριτήριο”. Δεν νοείται, κάθε φορά να βάζεις στον εαυτό σου challenge ότι θα παίξεις με δέκα ποδοσφαιριστές και (επειδή νιώθεις ότι υπερέχεις, έναντι του όποιου Λεβαδειακού ή της όποιας Λαμίας, αυτό) δεν θα κοστίσει. Συνήθως ο ενδέκατος που (είναι σαν να) λείπει, είναι ο σέντερ-φορ. Ενίοτε, λείπει το “έξι”. Τούτη τη φορά, έλειπε το “τρία”. Να συνεννοηθούμε. Αν το κριτήριο ήταν διαυγές, η σημερινή εικόνα του αριστερού μπακ δεν αντιστοιχεί στον ΠΑΟΚ. Αντιστοιχεί, στον ΠΑΟΚ Β. Το επίπεδο είναι, τώρα να παίζει με τον Καμπανιακό και με τον Εθνικό Νέου Κεραμιδιού. Αργότερα, το (ξανα)βλέπουμε.
Φυσικά κάτι τέτοιες Κυριακές, θεριεύει η ελαφρολαϊκή κουβέντα για τους προπονητές. Μη με περιμένετε, στο τραπέζι. Φάτε (τους) χωρίς εμένα. Η κουβέντα-τζέρτζελο είναι ασέβεια, εκεί όπου το αναμενόμενο, αν θέλετε το προαπαιτούμενο, είναι ο επαγγελματικός σεβασμός.
Πηγή: Sdna


















