Επιλογή Σελίδας

Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου

Ο Μιρτσέα Λουτσέσκου δεν έζησε ποτέ σαν ένας απλός προπονητής. Και δεν έφυγε ποτέ σαν ένας απλός άνθρωπος του ποδοσφαίρου. Μέχρι το τέλος, πάλευε. Με τον χρόνο, με το σώμα του, με τη φθορά. Και ταυτόχρονα με μια τελευταία αποστολή: να οδηγήσει τη Ρουμανία εκεί όπου ένιωθε πως ανήκει. Σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που δεν ήταν απλώς στόχος, αλλά προσωπικό χρέος. «Δεν μπορώ να φύγω σαν δειλός», είχε πει και κανείς ποτέ δεν θα πει ότι τα παράτησε. Δεν ήταν μια φράση εντυπωσιασμού. Ήταν ολόκληρη η ζωή του.

O Μιρτσέα Λουτσέσκου

Στα 80 του χρόνια (80 ετών και 8 μηνών), βρισκόταν ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία το νοσοκομείο, από την άλλη το γήπεδο. Το σώμα του τον πρόδιδε, αλλά το μυαλό του έμενε εκεί που ήταν πάντα: στο παιχνίδι. Ανέλυε αντιπάλους, μιλούσε με παίκτες, προετοίμαζε αγώνες, σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο.

Για εκείνον, δεν υπήρχε. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν δουλειά. Ήταν τρόπος ύπαρξης. Η επιστροφή του στην εθνική ομάδα δεν είχε να κάνει με φιλοδοξία ή υστεροφημία. Είχε να κάνει με ευθύνη. Με την ανάγκη να ανταποδώσει όσα του είχε δώσει το ποδόσφαιρο της χώρας του. Να χτίσει ξανά πίστη. Να δημιουργήσει χαρακτήρα. Να δώσει στους παίκτες του κάτι περισσότερο από τακτική: να τους μάθει να αντέχουν.

Αυτό έκανε πάντα. Από τα πρώτα του χρόνια ως παίκτης, μέχρι την τεράστια προπονητική του διαδρομή, δεν σταμάτησε ποτέ να δημιουργεί. Να εμπιστεύεται νέους παίκτες, να χτίζει ομάδες από την αρχή, να επιμένει εκεί που άλλοι εγκατέλειπαν. Δεν ήταν άνθρωπος των εύκολων δρόμων. Ήταν άνθρωπος της διάρκειας.

Έζησε εποχές δύσκολες, πολιτικά καθεστώτα, πολέμους, καταρρεύσεις. Έχασε σπίτια, ομάδες, σταθερές. Αλλά δεν έχασε ποτέ την πίστη του στο ποδόσφαιρο. Ήταν πάντα εκεί. Να συνεχίζει. Να προχωρά. Να βρίσκει λόγο να δημιουργεί. «Γεννήθηκα μετά τον πόλεμο, σε πολύ δύσκολες εποχές. Δεν είχαμε τίποτα να φάμε και οι γονείς μας πάλευαν μαζί μας. Ήμασταν πέντε αδέρφια και δεν είχαμε πού να μείνουμε. Για πολύ καιρό ζούσαμε σε μια παράγκα και μετά μετακομίσαμε στο νοσοκομείο, όπου εργάζονταν οι γονείς μου. Ο πατέρας μου ήταν τραυματιοφορέας και η μητέρα μου καθάριζε εκεί. Ήμασταν πολύ, πολύ φτωχοί! Τότε έμαθα ένα πολύτιμο μάθημα ζωής. Έμαθα τι σημαίνει να μοιράζεσαι: μοιραζόμασταν ένα κομμάτι ψωμί με πέντε…». Πώς να μη γίνει τόσο σκληρός, τόσο ανθεκτικός.

Εικόνα

Ακόμα και όταν όλα γύρω του άλλαζαν. Δεν ήταν ο πιο προβεβλημένος προπονητής. Δεν ήταν αυτός που κυνηγούσε τα φώτα. Αλλά ήταν από εκείνους που άφησαν βαθύ αποτύπωμα. Που άλλαξαν ανθρώπους, όχι μόνο ομάδες. Που δημιούργησαν κάτι που άντεξε στον χρόνο. Μέχρι το τέλος, παρέμεινε ο ίδιος. Δεν συμβιβάστηκε. Δεν αποσύρθηκε ήσυχα. Δεν έκανε πίσω. Ο Μιρτσέα Λουτσέσκου δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος προπονητής. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν έμαθε ποτέ να εγκαταλείπει. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο επίτευγμά του.

Όχι οι τίτλοι. Όχι οι νίκες. Αλλά το πώς στάθηκε απέναντι στο τέλος. 45 χρόνια προπονητής, 1544 παιχνίδια. Δεν έφυγε σαν δειλός. Έφυγε όπως έζησε. Μαχόμενος. Με 38 τρόπαια που έχει κατακτήσει σε όλη την προπονητική του καριέρα , ο Μιρτσέα Λουτσέσκου κατατάσσεται 3ος όλων των εποχών στη συλλογή των καλύτερων προπονητών στον κόσμο από αυτή την άποψη και μόνοι οι Γκουαρδιόλα, (40) και Σερ Άλεξ Φέργκιουσον (49) είναι παραπάνω.

Ηταν καπετάνιος της Ρουμανίας, της Ντιναμό Β., της Πίζα, της Μπρέσια, της Ρετζιάνα, της Ραπίντ της Ιντερ, της Γαλατασαράι, της Μπεσίκτας, της Ζενίτ, της Τουρκίας, της Ντιναμό Κιέβου, όμως έναν προορισμό πόθησε περισσότερο απ’ όλους, αυτόν του Ντόνετσκ με το καράβι της Σαχτάρ.

Το πιο όμορφο οικοδόμημα του Λουτσέσκου

Ο πόλεμος στο Ντόνετσκ δεν τον λύγισε. Δεν τον έκανε να κάνει πίσω, δεν τον εμπόδισε να δημιουργήσει, να οραματιστεί, να χτίσει πάνω σε ερείπια. Σήμερα, το ποδόσφαιρο αποχαιρετά έναν από τους τελευταίους μεγάλους δασκάλους του. Λουτσέσκου και Σαχτάρ σε μια σχέση ζωής. Μια σχέση που δεν χτίστηκε μόνο πάνω σε τίτλους, αλλά σε εμπιστοσύνη, επιμονή και κοινές πληγές. Ναι, 12 χρόνια, 523 παιχνίδια, 22 τρόπαια. Αριθμοί που λένε πολλά, αλλά όχι τα πάντα.

Γιατί η πραγματική του κληρονομιά δεν αποτυπώνεται μόνο στα στατιστικά, αλλά στο αποτύπωμα που άφησε σε έναν σύλλογο και σε μια ολόκληρη χώρα. Όταν το καλοκαίρι του 2004 άφηνε πίσω του την Γαλατασαράι και την Μπεσίκτας για να αναλάβει τη Σαχτάρ, λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν τι θα ακολουθούσε. Ο Ρινάτ Αχμέτοφ τον επέλεξε για να αλλάξει τη μοίρα της ομάδας και εκείνος δεν άργησε να δικαιώσει την επιλογή.

Στο Ντόνετσκ δεν πήγε απλώς να δουλέψει. Πήγε να δημιουργήσει. Με όπλο την αγάπη του για το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο -αγάπη που γεννήθηκε χρόνια πριν, όταν είχε την τύχη να ανταλλάξει φανέλα με τον Πελέ στο Μουντιάλ του 1970 – έστησε ένα μοντέλο που άλλαξε τα δεδομένα στην Ανατολική Ευρώπη.
Από τον Μπραντάο μέχρι τον Ματουζάλεμ, τον Ελάνο και τον Τζάντσον, και αργότερα από τον Φερναντίνιο και τον Γουίλιαν μέχρι τον Χενρίχ Μχιταριάν και τον Ντάγκλας Κόστα, η Σαχτάρ έγινε φυτώριο ταλέντων και ταυτόχρονα μια ομάδα-πρότυπο. Δεν ήταν απλώς επιτυχημένη, ήταν σύγχρονη, ελκυστική, κερδοφόρα. Ένα project που συνδύαζε το θέαμα με τη στρατηγική.

Οι τίτλοι ήρθαν φυσικά. Οκτώ πρωταθλήματα, έξι κύπελλα, επτά Σούπερ Καπ. Όμως η κορυφή ήρθε εκείνο το βράδυ της 21ης Μαΐου του 2009 στην Κωνσταντινούπολη, όταν η Σαχτάρ κατέκτησε το Κύπελλο UEFA 2009 απέναντι στη Βέρντερ Βρέμης. Ήταν η στιγμή που το όραμα έγινε ιστορία. Η στιγμή που μια ομάδα από την Ανατολή κοίταξε την Ευρώπη στα μάτια και την νίκησε. Ποιος θα ξεχάσει την ομάδα του 2012. Εκείνη που κυριάρχησε στο πρωτάθλημα και, στο Champions League, άφησε εκτός την Τσέλσι. Για πολλούς, εκείνη ήταν η πιο πλήρης εκδοχή της ομάδας του. Όταν οι μεγάλοι παίκτες έφευγαν, ο Ρουμάνος ήδη ετοίμαζε τους επόμενους. Όταν μια ομάδα έφτανε στο ταβάνι της, εκείνος έβρισκε τρόπο να το ξεπεράσει. Είχε το χάρισμα να ανανεώνεται χωρίς να χάνει την ταυτότητά του.

Και μετά ήρθε ο πόλεμος. Το Ντόνετσκ άλλαξε. Το Donbass Arena διαλύθηκε από τις βόμβες. Οι παίκτες έφυγαν, οι συνθήκες έγιναν αβέβαιες, το ποδόσφαιρο έμοιαζε πολυτέλεια. Εκεί, σε εκείνη τη στιγμή, φάνηκε ίσως πιο καθαρά από ποτέ ποιος ήταν ο Μιρτσέα Λουτσέσκου. Δεν εγκατέλειψε. Δεν λύγισε. Δεν άφησε την ομάδα να διαλυθεί. Μετέτρεψε την κρίση σε πρόκληση. Κράτησε το σύνολο ενωμένο, συνέχισε να δουλεύει, να εξελίσσει, να παράγει. Σε μια εποχή που τα πάντα κατέρρεαν, εκείνος έδινε λόγο ύπαρξης σε μια ομάδα που είχε χάσει το σπίτι της.

Ίσως γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο βαθιά. Γιατί δεν ήταν εκεί μόνο στις νίκες. Ήταν εκεί όταν όλα κατέρρεαν. Ξεπέρασε τις 100 συμμετοχές στο Champions League, μπήκε σε ένα κλειστό κλαμπ κορυφαίων προπονητών, αλλά ακόμα κι εκεί είχε τον δικό του τρόπο να βλέπει τα πράγματα. «100; Στην Ανατολή ξέρουν ότι είναι περισσότερες», έλεγε με εκείνο το γνώριμο χαμόγελο. Ήταν πάντα λίγο… απέναντι. Πάντα με τη δική του οπτική.

Η αποχώρησή του τότε από τη Σαχτάρ για τη Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης ήταν το τέλος μιας εποχής. Μια απόφαση δύσκολη, μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Οικονομικές απώλειες, αβεβαιότητα, ένας πόλεμος που δεν άφηνε περιθώρια. Κι όμως, ακόμα κι εκεί, επέλεξε να συνεχίσει.

Πηγή: Gazzetta