Επιλογή Σελίδας

Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου
Το τραυματικό καλοκαίρι του 2024 λειτούργησε ως σημείο καμπής για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Με γεμάτα ρόστερ, και σταθερά υψηλό ρυθμό, η Premier League διαμορφώνει μια νέα κανονικότητα…

Ο πίνακας της φάσης των ομίλων του Champions League δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί απλώς μια στιγμιαία εικόνα. Αντίθετα, αποτυπώνει μια τάση που δείχνει να παγιώνεται: η Premier League ανοίγει ολοένα και περισσότερο την απόστασή της από τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Για κάποιους «Η Premier League είναι η πιο δυνατή λίγκα στον κόσμο σε βάθος, όμως για τα χρήματα που διαθέτει και για όσα σπαταλώνται στην κορυφή, δεν είναι αρκετά κυρίαρχη». Μάλλον αυτά τα λόγια δεν έχουν και τεράστια δόση αλήθειας.

Ύστερα από επτά από τις οκτώ αγωνιστικές της φάσης των ομίλων, το Champions League δεν έχει να επιδείξει μόνο τη νίκη της Τότεναμ με 2-0 επί της Ντόρτμουντ. Η βαθμολογία του νέου φορμάτ δεν διαβάζεται εύκολα, αλλά προς το παρόν δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Πίσω από τον εντυπωσιακό πρωτοπόρο, την Άρσεναλ, συναντά κανείς τη Λίβερπουλ, την Τότεναμ, τη Νιούκαστλ και την Τσέλσι στην πρώτη οκτάδα, ενώ λίγο πιο πίσω καραδοκεί η Μάντσεστερ Σίτι του –προσωρινά πιο μελαγχολικού– Πεπ Γκουαρδιόλα, η οποία παραμένει φυσικά υποψήφια για τις κορυφαίες θέσεις.

Οι πίνακες βαθμολογίας είναι πράγματι στιγμιότυπα, όπως αρέσκονται να λένε οι προπονητές σε κάθε γλώσσα. Ωστόσο, δεν είναι παράτολμο να υποστηρίξει κανείς ότι η τρέχουσα εικόνα του Champions League αποτυπώνει με ακρίβεια τους συσχετισμούς δύναμης στην Ευρώπη. Για να κατανοηθεί η νέα κυριαρχία της Premier League, πρέπει κανείς να επιστρέψει σε εκείνο το πρόωρο καλοκαίρι του 2024. Η σεζόν 2023/24 θεωρείται πλέον η πιο καταστροφική του αγγλικού ποδοσφαίρου: σε καμία από τις τρεις ευρωπαϊκές διοργανώσεις δεν συμμετείχε ομάδα της χώρας στον τελικό. Μόνο στο Conference League έφτασε η Άστον Βίλα μέχρι τα ημιτελικά, όπου αποκλείστηκε από τον μετέπειτα νικητή Ολυμπιακό. Σε Champions League και Europa League, ακόμη και τα ημιτελικά διεξήχθησαν χωρίς αγγλική παρουσία.

Από εκείνη τη σεζόν, οι κορυφαίοι αγγλικοί σύλλογοι έβγαλαν ένα σαφές συμπέρασμα, το οποίο σήμερα δυσκολεύει αφάνταστα τους ανταγωνιστές τους στην ηπειρωτική Ευρώπη. Τότε, ήδη από τον Μάρτιο, οι αγγλικές ομάδες είχαν «αδειάσει», εξαντλημένες από τον φρενήρη ρυθμό των διοργανώσεων και από μια μάχη τίτλου με περισσότερους διεκδικητές από το συνηθισμένο.

Έτσι, άρχισαν να αλλάζουν ριζικά την πολιτική στελέχωσης των ρόστερ τους: αξιοποίησαν τον τεράστιο πλούτο τους για να διογκώσουν τα ρόστερ σε βαθμό που θυμίζει μόνο τις επεκτατικές ιδέες του Τζάνι Ινφαντίνο για τις διεθνείς διοργανώσεις. Σήμερα, κάθε φιλόδοξος σύλλογος της Premier League διαθέτει έως και δύο ντουζίνες ποδοσφαιριστές παγκόσμιας κλάσης.

Αυτή η λογική επέτρεψε, για παράδειγμα, στην Τσέλσι να κατακτήσει την Conference League την περασμένη σεζόν με ένα ρόστερ πολλών αλλαγών, κρατώντας το βασικό της σύνολο αποκλειστικά για τις εγχώριες υποχρεώσεις, αλλά και τον τελικό. Πρόκειται για μια πρακτική που έχει υιοθετήσει πλέον ακόμη και η Νιούκαστλ, ενισχυμένη από το σαουδαραβικό κρατικό επενδυτικό ταμείο, για την οποία ένα κρίσιμο παιχνίδι πρωταθλήματος απέναντι στην Άστον Βίλα θεωρείται σημαντικότερο από μια σχετικά άνετη αναμέτρηση Champions League με την Αϊντχόφεν.

Πριν από περίπου δέκα χρόνια, οι Πεπ Γκουαρδιόλα και Γιούργκεν Κλοπ άρχισαν να ανεβάζουν το επίπεδο της Premier League με τις ιδέες και την ενέργειά τους. Υπό την πίεση αυτής της εξέλιξης, και με τη βοήθεια τεράστιων τηλεοπτικών και επενδυτικών εσόδων, το υπόλοιπο πρωτάθλημα ακολούθησε, υιοθετώντας έξυπνα μοντέλα scouting, όπως εκείνα της Μπράιτον και της Μπρέντφορντ. Το αποτέλεσμα ήταν μια θεαματική ενίσχυση του βάθους της λίγκας, σε τέτοιο βαθμό ώστε, σε μια καλή μέρα, ο καθένας να μπορεί να νικήσει τον καθένα. Σε συνδυασμό με τη μαζική ενίσχυση των ρόστερ μετά το σοκ του 2024, η Premier League έχει αναπτύξει έναν εσωτερικό ανταγωνισμό που εγγυάται σταθερά υψηλό επίπεδο και απειλεί να ανοίξει ακόμη περισσότερο την ψαλίδα από την Bundesliga, τη Serie A.

Πιθανότατα, λοιπόν, η ανισορροπία αυτή να μην αποτελεί απλώς ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά μια νέα κανονικότητα στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Όσο η Premier League επενδύει στη μαζική ποιότητα και στον αδυσώπητο εσωτερικό ανταγωνισμό, τόσο θα μετατρέπει τις εγχώριες διοργανώσεις της σε προθάλαμο ευρωπαϊκής υπεροχής. Και μέχρι να βρεθεί ένα διαφορετικό μοντέλο που να μπορεί πραγματικά να τη φρενάρει, οι υπόλοιποι θα καλούνται απλώς να προσαρμοστούν ή να παρακολουθούν από απόσταση.

Πηγή: Gazzetta