Mπορεί ο Παναθηναϊκός να τερματίσει δεύτερος, μπορεί να τερματίσει και τέταρτος. Εχει τόση σημασία όσο οι αλλαγές που πρέπει να κάνει όχι μόνο στις δομές του, αλλά και στο ρόστερ του; Οχι βέβαια!
Το χθεσινό ντέρμπι ωφέλιμο θα ήταν γι’ αυτούς που θα πάρουν τις αποφάσεις το καλοκαίρι να αξιοποιηθεί καταλλήλως. Θα είναι ο Ρουί Βιτόρια με τον Γιάννη Παπαδημητρίου όπως φαίνεται μέχρι σήμερα; Θα είναι κάποιοι άλλοι στη θέση τους; Ουδείς γνωρίζει, τα play offs έχουν ακόμα πολύ «ψωμί».
Ο Τάκης Φύσσας, πάντως, ως σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού, θα είναι σίγουρα εκεί. Και επειδή χθες, είπε ότι άκουσε προσεκτικά τι είπε ο Ουναϊ (που μίλησε για θέμα νοοτροπίας), να πούμε κάπου εδώ ότι το πρόβλημα του Παναθηναϊκού δεν είναι αυτό στα μεγάλα ματς. Ηταν στα ματς με τους «μικρομεσαίους», όπως αποδείχθηκε και στον β΄ γύρο (Πανσερραϊκός, Λαμία). Το πρόβλημα του Παναθηναϊκού είναι… απλούστατα ότι είναι χειρότερος ως σύνολο, αλλά και στις περισσότερες θέσεις και ατομικά από τον Ολυμπιακό. Τελεία και παύλα.
Πριν από τρία χρόνια δεν είχαν δαπανηθεί τόσα χρήματα για μεταγραφές, ούτε είχαν τόσοι πολλοί παίκτες του Παναθηναϊκού συμβόλαια που προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν το ένα εκατ. Ευρώ ετησίως. Ομως το κλαμπ έκανε υπομονή στις δέκα ήττες του Ιβάν Γιοβάνοβιτς την πρώτη σεζόν του, τον άφησε – με τα καλά και τα στραβά του – να συνεχίσει τη δουλειά του και το όλο πράγμα «έδεσε», νίκησε, προόδευσε, έφτασε μια ανάσα από τον τίτλο τον οποίο έχασε μέσα από τα χέρια του και χωρίς να είναι αποκλειστική ευθύνη του προπονητή και των παικτών.
Ο Παναθηναϊκός, λοιπόν, καλείται να κλείσει τ’ αυτιά του στα ανούσια κλισέ περί «ατομικών λαθών», για τα οποία συνεχίζει να μιλά και ο προπονητής του. Λάθη στα παιχνίδια κάνουν όλοι. Προφανώς κάποια γκολ θα μπουν από λάθη. Το ζητούμενο είναι η συνολική εικόνα του εναντίον του πρωταθλητή, δηλαδή του καλύτερου. Και η συνολική εικόνα του ήταν αποκαλυπτική: ήξερε τι επρόκειτο να αντιμετωπίσει στα πρώτα 25 λεπτά, είχε προετοιμαστεί γι’ αυτό από τον Βιτόρια που πήρε το ρίσκο του 3-5-2 για πρώτη φορά, αλλά απλούστατα οι παίκτες που διαθέτει δεν μπόρεσαν να βρουν απαντήσεις στον τρόπο με τον οποίο πιέζει, τρέχει, μάχεται, συνδυάζεται και προσπαθεί να επιβληθεί εντός έδρας ο Ολυμπιακός.
Το ρόστερ, λοιπόν, δεν είναι τόσο… υψηλού επιπέδου όσο νομίζουν πολλοί. Δεν είναι και τόσο… χαμηλού επιπέδου όσο πιστεύουν πολλοί. Ομως σε κάθε περίπτωση, αν θες να φτάσεις στην κορυφή, πρέπει να συγκρίνεσαι με τους καλύτερους. Ως σύνολο, ως ομάδα, αλλά και ατομικά. Νομίζω, λοιπόν, πως οι συγκρίσεις με τον εφετινό Ολυμπιακό, είναι αποκαλυπτικές. Ενόψει του καλοκαιριού και των επικείμενων αλλαγών στο ρόστερ, ας υπενθυμίσουμε ότι ο Ολυμπιακός χρειάστηκε δυόμισι χρόνια για να σηκωθεί όρθιος και να ξαναφτιάξει την ομάδα του μετά την εποχή Μαρτίνς. Χρειάστηκε να «κόψει» συμβόλαια παικτών επιπέδου Χάμες και Μαρσέλο και Γουίλιαν, αποδεχόμενος ουσιαστικά την αποτυχία των επιλογών του. Χρειάστηκε να αλλάξει πολλούς προπονητές για να βρει τον ιδανικό. Την ανακάτεψε την τράπουλα, σήκωσε το τραπέζι, τα πέταξε όλα και σηκώθηκε όρθιος και πάλι. Δεν ήταν εύκολο. Χρειάστηκε τόλμη για να παραδεχθεί τα λάθη του και να τα διορθώσει. Του πήρε χρόνο, αλλά κοιτάχθηκε στον καθρέφτη, πήρε τις σωστές αποφάσεις και προχώρησε. Μαθήματα για τον Παναθηναϊκό όλα αυτά…
Παρεμπιπτόντως και ενόψει της συνέχειας των play offs, ο Φώτης Ιωαννίδης σ’ αυτόν που άξιζε και έπρεπε να του δώσει το χέρι, σαν να του λέει «συγχαρητήρια ρε φίλε, ήσασταν καλύτεροι», του το έδωσε. Στον Μπάμπη Κωστούλα, ο οποίος τον είχε νικήσει και στον αέρα στη φάση του 4-2 και στο γρασίδι με ντρίμπλα και σπριντ… φουλ για το 5-2. Δεν είδα κάποιον αμυντικό ή μέσο του Παναθηναϊκού να πηδάει μαζί με τον φορ – τούρμπο του Ολυμπιακού, έστω για να τον «ενοχλήσει» με το σώμα του. Δεν είδα κάποιον αμυντικό ή χαφ (ή άλλο επιθετικό) του Παναθηναϊκού να κυνηγά μανιωδώς τον Κωστούλα και να προσπαθεί δύο φορές να του πάρει την μπάλα (ανεπιτυχώς) για να αποτρέψει την πεντάρα. Δεν είδα κανέναν συμπαίκτη του Ιωαννίδη να πηγαίνει στον Ροντινέι όταν ο Βραζιλιάνος πηγαίνει και του ψιθυρίζει διάφορα στ’ αυτί του, λίγο πριν από την εκτέλεση του πέναλτι: εκείνη τη στιγμή ήταν ψύχραιμος, δεν αντέδρασε, έβλεπε μόνο την εστία και τον Τζολάκη. Εν συνεχεία, καλά έκανε και αντέδρασε όταν πάλι ο Ροντινέι πήγε να μπλεχθεί.
Ο Ιωαννίδης χθες έπαιξε ως πραγματικός αρχηγός του Παναθηναϊκού στο «Γ. Καραϊσκάκης». Εκανε ό,τι μπορούσε, κατέθεσε αυτό που μπορούσε (και προφανώς δεν ήταν αρκετό). Αν μπορεί κάποιος να του προσάψει κάτι είναι τα νεύρα του τη στιγμή της αποβολής του, όταν πέταξε στον αγωνιστικό χώρο το περιβραχιόνιο. Ακουσε πολλά από την εξέδρα όπως ήταν λογικό σε ντέρμπι (πάνε οι παλιές εποχές με καρότα, βεγγαλικά, καπνογόνα και άλλα «ωραία», τώρα μόνο… νεράκια), δεν αντέδρασε, έφυγε ήσυχα από τον αγωνιστικό χώρο χωρίς να προκαλέσει κανέναν. Να του ασκηθεί κριτική για την απόδοσή του μετά από τις 45 υπέροχες μέρες στο δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου, ναι, δικαίως. Να του ασκηθεί κριτική για τη συμπεριφορά του και την προσπάθειά του, όχι, είναι άδικο. Δεν προκάλεσε κανέναν ο Ιωαννίδης. Αντέδρασε στη συμπεριφορά μόνο του Ροντινέι. Και συγκριτικά με ορισμένους άλλους παίκτες του Παναθηναϊκού προσπάθησε πολύ περισσότερο. Διότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι εύκολο για τέτοιους παίκτες να καθίστανται «δακτυλοδεικτούμενοι» ενώ κάποιοι συμπαίκτες τους που δεν έχουν προσφέρει απολύτως τίποτα σ’ ένα τόσο απαιτητικό ματς, συνεχίζουν την… dolce vita.
Πηγή: Gazzetta