Του Βασίλη Σαμπράκου
Στο πρώτο άκουσμα έβαλα τα γέλια. Δεν κοιτάμε τα χάλια μας, που δεν είμαστε ικανοί ούτε για ένα “Παναχαϊκή – Ολυμπιακός” για το Κύπελλο Ελλάδας, δεν μας φτάνει που καταφέρνουμε να παράγουμε επεισόδια βίας ακόμη και σε αγώνες που διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών ή με οπαδούς μόνο της γηπεδούχου ομάδας, δεν έχουμε να φάμε και ονειρευόμαστε και ορεγόμαστε Μουντιάλ; Αυτή ήταν η πρώτη αντίδρασή μου. Κι ύστερα βάλθηκα να κάνω αυτό που μου αναλογεί: να επιχειρήσω μια δεύτερη ανάγνωση προκειμένου αφενός να αντιληφθώ τις κυβερνητικές προθέσεις και τις ιδέες, αλλά και να εκτιμήσω αν έχει κάποια ρεαλιστική βάση αυτό το ενδεχόμενο. Εκανα μια ανάγνωση που με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχει νόημα αυτή η προσπάθεια έστω και αν δεν καταλήξει στην υποβολή υποψηφιότητας για το Μουντιάλ.
Η ιδέα ανήκει στον Αλέξη Τσίπρα και τους συνεργάτες του. Και έχει μια πολύ λογική εξήγηση: δεν υπάρχει καλύτερη και μεγαλύτερη πλατφόρμα επικοινωνίας παγκοσμίως από αυτή του ποδοσφαίρου. Θέλεις να στείλεις προς τον πλανήτη το μήνυμα ότι οι χώρες των Βαλκανίων τα βρίσκουν μεταξύ τους, αποφασίζουν να ζήσουν καλά μεταξύ τους και να συνεργαστούν; Δεν υπάρχει πιο δυνατή φωνή για να επικοινωνήσεις το μήνυμα από αυτή που βγάζει το ποδόσφαιρο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι θα ήταν της ίδιας έντασης η φωνή που βγάζουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Για μια σειρά από λόγους όμως, με το κόστος να αποτελεί έναν εκ των βασικότερων, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να την κάνει ούτε φιλολογικά αυτή τη συζήτηση. Ενώ για το Μουντιάλ μπορεί να την αρχίσει αυτή την κουβέντα, ως συνδιοργανώτρια, διότι δεν θα χρειαστεί να χτίσει γήπεδα. Θα έχει σε καλή κατάσταση τα γήπεδα της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ, θα ανακαινίσει το Καραϊσκάκη και το Καυτανζόγλειο, κι όλα καλά. Οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι ολοκληρώνουν αυτή την εποχή κατασκευές και ανακατασκευές γηπέδων, δηλαδή βρίσκονται στο ίδιο ή και σε καλύτερο επίπεδο ποδοσφαιρικών υποδομών από την Ελλάδα. Η αρχική εκτίμηση σχετικά με το οικονομικό βάρος δεν λειτουργεί αποτρεπτικά, επειδή θα διαιρεθεί δια τέσσερα. Συνεπώς σχετικά εύκολα και απλοϊκά οδηγείται κανείς μπροστά στη διαπίστωση ότι η Ελλάδα δεν έχει να χάσει μπαίνοντας σε αυτή τη διαδικασία, της κουβέντας περί του ενδεχομένου υποβολής μιας υποψηφιότητας.
Υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας μιας τέτοιας καμπάνιας; Μέχρι σήμερα υπάρχουν δύο βεβαιωμένες υποψηφιότητες: η μία από τις Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη, και η άλλη από τις Αλγερία, Μαρόκο, Τυνησία. Και υπάρχουν και άλλες που βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της σκέψης και των ζυμώσεων: της Αγγλίας με την Σκοτία, την Ουαλία, την Βόρεια Ιρλανδία και την Ιρλανδία. Της Ισπανίας με την Πορτογαλία. Του Καμερούν. Της Αιγύπτου. Της Νότιας Κορέας με τη Βόρεια Κορέα, την Ιαπωνία και την Κίνα. Πολλοί είναι που το σκέφτονται. Ουδείς γνωρίζει ακόμη πόσοι και ποιοι θα φτάσουν στην επιλογή της υποβολής της υποψηφιότητας όταν θα μετρηθούν και θα αποφασίσουν. Θεωρητικώς για το Μουντιάλ του 2030, το οποίο θα γιορτάζει την συμπλήρωση 100 χρόνων από το πρώτο Μουντιάλ, έχουν προβάδισμα οι ευρωπαϊκές υποψηφιότητες, διότι θα έχει προηγηθεί το Μουντιάλ 2026 στην Αμερική (Καναδάς, Μεξικό, ΗΠΑ) και αυτό του 2022 στην Ασία (Κατάρ). Χοντρικά, όλα κρίνονται στο διάστημα της επόμενης τριετίας, δηλαδή όσο θα σχηματίζονται οι υποψηφιότητες, πριν από την τελική επιλογή, η οποία θα γίνει στο FIFA Congress του 2022 στο Κατάρ.
Θα είχε ρεαλιστική τύχη μια βαλκανική υποψηφιότητα; Ρεαλιστικά όχι. Το FIFA Congress, δηλαδή το συνέδριο της FIFA, που αποτελεί το εκλογικό σώμα, απαρτίζεται από 211 ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες. Ανάμεσα σε αυτές έχει ήδη αναπτυχθεί ένα ρομαντικό ρεύμα, αυτό της επιστροφής του Μουντιάλ στα χώματα που γεννήθηκε το 1930 (Ουρουγουάη), κι έτσι είναι βέβαιο ότι η λατινοαμερικάνικη υποψηφιότητα έχει τοποθετηθεί στη θέση του φαβορί. Αν το κριτήριο για την απόφαση της ψήφου ήταν το οικονομικό/εμπορικό/επιχειρηματικό, μια βρετανική υποψηφιότητα θα εξαφάνιζε κάθε άλλη ευρωπαϊκή προοπτική. Αν λάμβανε κανείς υπόψη τις ανέσεις των γηπέδων και τις παροχές προς τους επισκέπτες, πάλι στην Βρετανία θα κατέληγε. Ακόμη όμως και αν κατάφερνε να κερδίσει όλες τις ευρωπαϊκές ψήφους (55), η βαλκανική υποψηφιότητα δεν θα είχε μεγάλη τύχη. Πόσο μάλλον αν υπάρξει κι άλλη ευρωπαϊκή υποψηφιότητα.
Και; Ολο αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει την ιδέα; Οχι, σίγουρα όχι, είναι η άποψή μου. Αφενός επειδή και μόνο που το συζητά επιτυγχάνει έναν στόχο, όπως εύκολα κανείς μπορεί να αντιληφθεί σήμερα με ένα γκουγκλάρισμα: τα Βαλκάνια δεν απασχολούν τον πλανήτη ακόμη μια φορά με μια κακή είδηση, δεν τσακώνονται. Κάνουν το αντίθετο. Τέσσερις χώρες κάθονται και συζητούν για μια συνεργασία, κι αυτό είναι ένα πολύ καλό μήνυμα με πάρα πολλές θετικές προεκτάσεις. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Δεν ξέρω αν μπορεί να προκύψει κάτι άλλο από αυτή τη συζήτηση, η οποία θα προχωρήσει κατά τη διάρκεια της ερχόμενης εβδομάδας, όταν ο υφυπουργός Αθλητισμού Γιώργος Βασιλειάδης θα συναντήσει στην Αθήνα τους ομολόγους του των άλλων κρατών ή και τους εκπροσώπους των ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών. Δεν ξέρω δηλαδή αν μπορεί να γίνει μια άλλη στρατηγική επιλογή, για την υποβολή υποψηφιότητας για το Euro 2028 ή το Euro 2032. Ολη αυτή η διαδικασία όμως, που είναι δυναμική, μπορεί να αλλάξει την κουλτούρα της διοίκησης του ελληνικού αθλητισμού. Και η ευχή μου είναι να αλλάξει την κουλτούρα διοίκησης του τόπου· όχι μόνο του αθλητισμού. Δηλαδή να μας δοθεί η ευκαιρία να αντιληφθούμε πόσα έχουμε να κερδίσουμε αν κάποτε αποφασίσουμε να δώσουμε σημασία στον αθλητικό τουρισμό και στην ανάπτυξη των αθλητικών υποδομών. Να μας δοθεί μια ευκαιρία να μετρήσουμε σωστά τα οφέλη της διεξαγωγής μιας μεγάλης αθλητικής διοργάνωσης στον τόπο μας. Να μας δοθεί η ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε πόσα έχουμε να κερδίσουμε αν έχουμε προσχεδιάσει την αξιοποίηση των εγκαταστάσεων μετά από μια διοργάνωση, και πόσα έχουμε να κερδίσουμε αν βαδίσουμε στα χνάρια του Μαραθωνίου της Αθήνας και καταφέρουμε να πείσουμε τον πλανήτη ότι έχει νόημα να ταξιδέψεις στην Ελλάδα για να συνδυάσεις αθλητισμό, τουρισμό, ψυχαγωγία και αναψυχή. Παθητικός ή ενεργητικός, ο αθλητικός τουρισμός, είτε απευθύνεται σε αθλητές είτε σε θεατές, έχει να προσφέρει στην Ελλάδα όσα αυτή – δυστυχώς – δεν έχει ποτέ φανταστεί επειδή δεν διαβάζει τα μαθήματα που της προσφέρει η ζωή της.
Χρειάστηκε να ασπρίσουν τα μαλλιά μου για να δω τουριστικά και σχολικά λεωφορεία στο Ολυμπιακό Στάδιο. Με συγκινεί η εικόνα, κι ας ξέρω ότι ακόμη δεν υπάρχει μια ξενάγηση της προκοπής σε καμία αθλητική εγκατάσταση, δηλαδή αυτό που συμβαίνει οπουδήποτε αλλού μακριά από εδώ. Χρειάστηκε να μαλλιάσει η γλώσσα μου προτού δω πραγματική τουριστική αξιοποίηση (έστω αυτή που έχει σήμερα) του Παναθηναϊκού Σταδίου, την ώρα που βλέπω ποδοσφαιρικά γήπεδα μικρότερης ηλικίας να μπαίνουν στο top 5 των τουριστικών προορισμών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν θα πάψω να επαναλαμβάνω σε κάθε εκπρόσωπο της διοίκησης του αθλητισμού και του τόπου αυτό που έχω πει προς όλες τις κυβερνήσεις των τελευταίων τουλάχιστον 12 ετών: το αυτονόητο, ότι ο αθλητικός τουρισμός, που για εμάς παραμένει ουσιαστικά ανεξερεύνητος, είναι μια μεγάλη πηγή εσόδων και οφελών, η οποία διαρκώς μεγαλώνει. Προτού φτάσουμε να πουλήσουμε τον αθλητικό τουρισμό θα πρέπει να έχουμε μάθει να πουλάμε σωστά τον τουρισμό κι εμείς δεν το έχουμε κατορθώσει ούτε αυτό. Ποιος ξέρει όμως, μπορεί αυτή η κουβέντα που αρχίζει, ουσιαστικά ή φιλολογικά, σήμερα, να καταλήξει κάπου, δηλαδή να γίνει ένα πρώτο βήμα. Όσο ζεις, ελπίζεις, έτσι δεν είναι;
Πηγή: Gazzetta



















