Της Μαριάννας Αξιοπούλου
14 Αυγούστου… Η Αθήνα άδεια. Πιο άδεια και από την έρημο που αναζητά τους κάκτους να ρίξουν λίγο δροσιά στο απελπισμένο της χώμα. Κουρασμένη. Πιο κουρασμένη και από καλοκαιρινό χωριό, ξεχαρβαλωμένο από τη χρήση τους θερινούς μήνες. Από την επανάληψη, από την ανία, από τις γενιές που έχει αναθρέψει μόνο και μόνο για να αναθρέψει και τις επόμενες. Με τον ίδιο τρόπο, με τις ίδιες πλατείες, με τα ίδια μαγαζιά, με μοναδική αλλαγή τη φθορά του χρόνου, που πια δεν κρύβεται – στις καρέκλες, στους τοίχους, σε εκείνη την μπασκέτα που κάποτε έστεκε περήφανη και φρέσκια και τώρα μοιάζει σαν μια ιδέα, την οποία κανείς ποτέ δεν κατάλαβε.
Η διαδρομή από τα νότια προάστια ως το κλειστό του Ζωγράφου διαρκεί 15 λεπτά. Μόνο. Στάσεις, όταν σε πιάνει κόκκινο, αν σε πιάσει κόκκινο. Θέση πάρκινγκ έξω από την Ωρίωνος. Αυτό είναι το πραγματικό θαύμα της Παναγίας – αυτή ήταν μια καλή Παναγιά που εσχάτως ευχόμαστε και διχαζόμαστε και για αυτό. Οι Καληπαναγήτες και οι οχικαληπαναγήτες.
Πίσω, όμως, στο κλειστό του Ζωγράφου. Κουρασμένο κι αυτό, αλλά με αμέτρητες ιστορίες να διηγηθεί. Ξέρει λίγο-πολύ ότι οι μέρες δόξας του έχουν περάσει, ωστόσο ξέρει ότι πάντα θα είναι σημείο αναφοράς. Η κληρονομιά…
Το πούλμαν σταματάει απ’ έξω. Ένας βιαστικός κορνάρει. «Πρέπει να πάω αεροδρόμιο», φωνάζει. Μάλλον είναι κάποιου είδους αξίωμα ότι αν πρέπει να πας αεροδρόμιο, τα πούλμαν απαγορεύεται να αποβιβάζουν. Ο οδηγός κινείται γρήγορα – για κάποιο περίεργο λόγο, τον άγγιξε το… δράμα του βιαστικού για το αεροδρόμιο. Περίπου τριάντα άτομα θα κατέβουν. Το πανεπιστήμιο του Μέμφις επισκέπτεται την Αθήνα. Η γυναικεία ομάδα του πανεπιστημίου, μαζί με τους συνοδούς μπαίνει στο γήπεδο. Το κουρασμένο, συνηθισμένο, σκουριασμένο και διαβρωμένο γήπεδο (σ.σ. χαρακτηριστικό γνώρισμα σχεδόν όλων των κλειστών γυμναστηρίων στην Αθήνα) ακμάζει. Θυμάται. Διηγείται. Οι ιστορίες που αφήνουν κάπως αδιάφορα τα ελληνικά ώτα, καθηλώνουν τους Αμερικανούς.

Για εκείνους όλα έχουν σημασία. Σε έναν αυτοσχέδιο πάγκο, ξεκάθαρα έμπνευση της στιγμής και τρομακτική ιδέα μάρκετινγκ, στήνονται οι φανέλες. Είναι οι πρώτες φανέλες που φόρεσε ο Γιάννης! Δεν είναι η καλύτερη ποιότητα, δεν είναι το ακριβότερο υλικό, δεν είναι γνωστή η μάρκα, αλλά είναι η κληρονομιά του. Είναι το γήπεδο που ξεκίνησε. Είναι η φανέλα που φόρεσε, είναι οι κερκίδες που συνωστίζονταν οι σκάουτ για να τον δουν – είναι ο Γιάννης. Οι συνοδοί κάνουν τις φανέλες ανάρπαστες. Φωτογραφίζονται με εκείνες σα να βγήκαν από το κατάστημα των Μιλγουόκι και τον συνάντησαν στην πόρτα να τους τις υπογράψει. Η φωτογραφία μετά το πέρας του φιλικού στήνεται με φόντο την κερκίδα.
Όχι, αλλιώς! Με φόντο τον τοίχο;
Όχι, αλλιώς! Με φόντο το καλάθι;
Όχι, αλλιώς! Με φόντο τα λάβαρα.
Ο Γιάννης ήταν εδώ. Ο Θανάσης ήταν εδώ. Ο Κώστας ήταν εδώ. Η κληρονομιά τους είναι εκεί… Legacy. Πόσοι λίγοι το ξέρουμε και πόσο λίγο το εκτιμούμε.
Η κληρονομιά του Ντιρκ Νοβίτσκι
17 μέρες αργότερα σε μια εντελώς διαφορετική γειτονιά από το Ζωγράφου, σε μια γειτονιά που εκείνη τη δεδομένη στιγμή σφύζει από ζωντάνια, ιαχές, κόσμο και μυρωδιά μπύρας αναμειγμένη με ποπ κορν και χοτ ντογκ, ένας τυπάκος με το ζόρι αναγνωρίσιμος τη δεδομένη στιγμή, επιλέγει μια αθλητική βερμούδα και ένα καπέλο για την ενδυμασία του και έχει πάρει τη θέση του στις court seats. Χαμογελάει διαρκώς. Ασταμάτητα. Δε χαμογελάει επειδή σκέφτεται κάτι αστείο ή από αμηχανία. Χαμογελάει με τη στιγμή. Ζει για τη στιγμή. Λατρεύει εκείνη τη στιγμή που ζει. Ξέρει καλά ποιος είναι και την αξία του – άλλωστε λίγη ώρα πριν ολοκλήρωσε την πρώτη του παράσταση στο ευρωμπάσκετ, και παρότι δεν ήταν καν καλή, αναδείχθηκε MVP του αγώνα και η ομάδα του κέρδισε. Αντιλαμβάνεται, όμως, ότι είναι πολύ μικρότερος από τη στιγμή.

Στην Κολωνία, στην Lanxess Arena, η στιγμή δεν είναι για τον Λούκα. Είναι για έναν θρύλο. Ήταν για να την κληρονομιά του Ντιρκ Νοβίτσκι. Ποια αρένα θα γέμιζε με Γερμανούς που θα ήθελαν να δουν μπάσκετ και εμμονικά να φωνάζουν «MVP, MVP», αν δεν ήταν εκείνος; Εκείνος που στο σύντομο λόγο που εκφώνησε ευχαρίστησε τον Μαρκ Κιούμπαν επειδή «πάντα καταλάβαινε την ανάγκη μου να παίζω για τη χώρα μου».
Κληρονομιά. Το τελετουργικό ήταν κατώτερο της περίστασης. Φαντασμαγορικό. Προσεγμένο. Ανατριχιαστικό. Συγκινητικό. Αλλά κατώτερο. Ο κόσμος δεν ήταν. Η ιδέα δεν ήταν. Η στιγμή δεν ήταν. Οι υψηλοί καλεσμένοι δεν ήταν. Εκείνοι ένιωθαν.
Ο Λούκα Ντόντιτς, ό,τι κοντινότερο στη φυσική συνέχεια του Ντιρκ στο Ντάλας, χειροκροτούσε, χαμογελούσε, χάζευε στο video wall τα κατορθώματα του Νοβίτσκι και τον περίμενε στη φυσούνα πριν αναχωρήσει για να επιστρέψει στην αποστολή της Σλοβενίας στο ξενοδοχείο. Ιδανικά, όχι με ταξί. Σε μια γωνία του γηπέδου τα είπαν, αγκαλιάστηκαν, θα τα πουν ξανά.
Ο Ντιρκ έμεινε πίσω. Ήθελε να ζήσει λίγο περισσότερο τη δική του στιγμή, να χαιρετήσει τον κόσμο, να γεμίσει με το σπουδαιότερο συναίσθημα που μπορεί να πάρει ένας αθλητής αφότου ολοκληρώσει την καριέρα του. Το «κοίτα τι έκανες», το «κοίτα τι έδωσες»… Μπροστά από τη γραμματεία θα χαιρετήσει με high five έναν προς έναν τους παίκτες της Γερμανίας που έμπαιναν για ζέσταμα. Σε περίπου μια ώρα από την απόλυση αποθέωση ενός σταρ, από το δευτερόλεπτο που όλοι οι προβολείς ήταν πάνω του και τα βεγγαλικά αποτιούσαν φόρο τιμής στη φανέλα με το νούμερο «14», θα ήταν και εκείνος μικρότερος από τη στιγμή.

Κι ας υπήρχε παντού το κασκόλ της Deutschland με το νούμερο του. Μοιράστηκε στην είσοδο του γηπέδου με ένα διακριτικό χαρτί να το τυλίγει και ένα διακριτικότερο «Danke Dirk».
Η διακριτικότητα, άλλωστε, είναι ο ύμνος της μεγαλοσύνης. Και η πρώτη μέρα του ευρωμπάσκετ στην Κολωνία ήταν μεγαλειώδης. Ήταν ένα danke basketball.
Για τη χαρά των Βόσνιων που μόνο στο φινάλε του αγώνα με την Ουγγαρία φάνηκε πόσοι πολλοί ήταν στο γήπεδο, για τους απίστευτους Λιθουανούς που είναι το ίδιο το μπάσκετ, για τον Λούκα που χαμογελούσε κάθε φορά που τον πίκαραν, για τον Ντιρκ. Ακόμα-ακόμα και για μερικά από τα σημεία των κουραστικών μονολόγων, στους οποίους επιμένουν οι ανά καιρούς επίσημοι. Είναι ένα παράξενο πράγμα, ανεξαρτήτου ιδιότητας ή εθνικότητας, να μην νιώθουν ποτέ εκείνοι κατώτεροι από τη στιγμή.

«Ελπίζω ότι αυτό το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα θα βοηθήσει να διαδοθεί και πάλι το άθλημα σε όλους τους νέους στην Ευρώπη. Και ελπίζω ότι θα φέρει πάλι πίσω όλους εκείνους που εξαιτίας της πανδημίας σταμάτησαν να ρίχνουν σουτάκια στις μπασκέτες». Ο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, πρόεδρος της Γερμανίας, είπε εκείνο που όλοι σκέφτονταν. Η τελετή προχώρησε. Η βραδιά προχώρησε. Το «Born to win» του Ryan Innes, συνόδευε τη στιγμή.
This is my legacy this is my moment to rise.
Η φανέλα με το νούμερο «14» ανέβηκε στην οροφή του σταδίου. Ήταν η πρώτη φορά που η ΦΙΜΠΑ έδωσε άδεια για αποσυρθεί φανέλα εθνικής ομάδας. Το νούμερο «14» θα μείνει στην κορυφή της Lanxess Arena. Για πάντα. Ο κόσμος αποθέωνε ασταμάτητα. Ο Ντιρκ Νοβίτσκι χαμογελούσε. Ο τελευταίος αγώνας της ημέρας καθυστέρησε να ξεκινήσει περίπου τριάντα λεπτά. Αυτό κι αν είναι legacy.
Για ποιον άλλον θα μπορούσαν οι Γερμανοί να βγουν εκτός προγράμματος;
Πηγή: ΕΟΚ e-magazine




















