Επιλογή Σελίδας



Του Βασίλη Σαμπράκου

Μας έκανε σοφότερους σχετικά με το ελληνικό ποδόσφαιρο η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού στη Βουλή το απόγευμα της Πέμπτης. Ακούσαμε το «θα προσκαλέσω την FIFA και την UEFA για να υπογράψουμε ένα μνημόνιο για την επανεκκίνηση του ποδοσφαίρου» και κοντά σε αυτό το «αν δεν συμμορφωθούν οι επιχειρηματίες και δεν πειθαρχήσουν, GREXIT». Είναι ένας σοβαρός πρόλογος, αυτός που έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρ’ όλο που θα έπρεπε να ξέρει ότι το GREXIT όχι απλώς δεν θα καθαρίσει το ποδόσφαιρο αλλά θα το βρωμίσει περισσότερο. Είναι όμως πάρα πολλές οι φορές που έχουμε φάει πρόλογο από έναν πρωθυπουργό και δεν ζήσαμε το «κυρίως θέμα». Αν τα λόγια, τα «θα» των πρωθυπουργών της Ελλάδας σχετικά με το ποδόσφαιρο είχαν γίνει πράξεις κατά τη διάρκεια της τελευταίας 20ετίας, στα μέρη μας θα παιζόταν η Premier League και όχι αυτό που έχουμε φτάσει να μην αντέχουμε να το παρακολουθούμε ούτε ως trash TV συνήθεια. Συνεπώς είναι παραπάνω από αφελές το να επιχειρήσει κανείς να βγάλει συμπεράσματα για τις κυβερνητικές προθέσεις για το ποδόσφαιρο.

Στο δικό μου μυαλό δεν χωρά αμφιβολία, καμιά άλλη λύση δεν θα μπορούσε να δοθεί παρά μόνο μια που θα φέρει την υπογραφή της παγκόσμιας συνομοσπονδίας. Ολοι αυτοί που έχουν μαζευτεί στο ελληνικό ποδόσφαιρο έχουν μάθει να λειτουργούν μόνο με μια νοοτροπία: να προσπαθούν να το βάλουν στο χέρι. Και διαπιστωμένα δεν υπάρχει ελληνική αρχή με το σθένος και την αποφασιστικότητα για να αντισταθεί για καιρό στις πιέσεις. Η ελληνική ιστορία των τελευταίων περίπου 3,5 χρόνων απέδειξε ότι η παρουσία των ξένων δεν είναι πανάκεια. Ούτε όταν διοίκησαν μόνοι (Οκτώβριος 2016- Αύγουστους 2017), ούτε όταν επέτρεψαν στην ΕΠΟ να διοικήσει υπό την εποπτεία τους (Αύγουστος 2017- σήμερα) καθάρισε το ποδόσφαιρο. Στην πρώτη περίοδο, της προσωρινής διοικούσας επιτροπής υποτίθεται ότι τα προβλήματα δεν λύθηκαν επειδή εκείνη η επιτροπή είχε ρόλο διεκπεραιωτή και ειρηνευτή και όχι την αποστολή μιας εκτελεστικής επιτροπής που θα εκπονούσε και θα εκτελούσε το έργο της επανεκκίνησης του ποδοσφαίρου. Στη δεύτερη περίοδο οι ξένοι κράτησαν για τον εαυτό τους μόνο την ευθύνη του παρατηρητή. Γι’ αυτό και δεν τους «έκαιγε» ποτέ μέχρι σήμερα να βρουν λύση και να καθαρίσουν το ποδόσφαιρο· τους ένοιαζε μόνο να κάνουν διπλωματία και να μην προβάλλονται ανά τον πλανήτη αιματοβαμμένες ελληνικές ποδοσφαιρικές εικόνες που θα συνδέονταν με την εποπτεία τους. Αυτά και μόνον αυτά ήταν τα οράματά τους.

Τι και πώς μπορεί να αλλάξει σήμερα, και γιατί να ελπίζουμε ότι οι αλλαγές θα δημιουργήσουν νέες προοπτικές για το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο; Στην περίπτωση που η Ελλάδα ζητούσε από έναν επιχειρηματικό αναλυτή να αναγνωρίσει τα βασικά της προβλήματα στο ποδόσφαιρο, η έκθεση του business analyst θα άρχιζε και θα τελείωνε στην αναξιοπιστία. «Πρέπει να γίνετε ανθεκτικοί στη διαφθορά», θα ήταν η βασική ιδέα της πρότασής του. Οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού περιέχουν μια καλή ιδέα: βγάζω από την κυβέρνησή μου την υπόθεση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και την παραδίδω στη FIFA. Εξοχη πολιτική διαχείριση. Είναι σαν να στρέφεται προς τα συμφέροντα και να τους λέει «μη μας πρήζετε, μη μας πιέζετε, η FIFA κάνει κουμάντο, όχι εμείς».

Ακριβώς εκεί κρύβεται και όλη η ουσία της υπόθεσης: την θέλει αυτή την ευθύνη η FIFA; Αν την αναλάβει, είναι βέβαιο ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο της επόμενης ημέρας θα δείχνει πιο καθαρό και θα πείθει ότι είναι πιο αξιόπιστο. Διότι αν αναλάβει αυτή την ευθύνη, η FIFA – ειδικά η FIFA του Ινφαντίνο που γνωρίζει ότι είναι διαρκώς στο μικροσκόπιο των αμερικανικών ερευνητών για διαφθορά – αποκλείεται να συνδεθεί με φήμες διαφθοράς. Πώς όμως και γιατί να πείσει η Ελλάδα την FIFA να αναλάβει αυτή την ευθύνη και να μην παραμείνει πιστή στην διπλωματική πολιτική της, αυτό το «να σας παρέχουμε τεχνογνωσία και εμπειρογνώμονες, να σας βοηθήσουμε, αλλά να παραμείνει στην ελληνική ομοσπονδία η ευθύνη της διοίκησης του ποδοσφαίρου», που είναι το διαχρονικό σλόγκαν της; Μια από τις βασικές προθέσεις που είχαν οι UEFA και FIFA στο μίτινγκ με τους BIG4 ήταν ακριβώς αυτή: να κουβεντιάσουν με τα ενδιαφερόμενα μέρη για την επόμενη ημέρα του ελληνικού ποδοσφαίρου, δηλαδή να προετοιμάσουν το έδαφος για την αποχώρησή τους από την Ελλάδα το ερχόμενο καλοκαίρι. Γιατί τώρα να αποδεχθούν την πρόταση του Πρωθυπουργού και να χωθούν βαθύτερα από ποτέ στο ελληνικό ποδοσφαιρικό χάος;

Με εξέπληξε ευχάριστα το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός έβαλε μπροστά την FIFA και όχι την UEFA. Ηταν σαν να ξέρει ότι η UEFA του Θόδωρου Θεοδωρίδη δεν το αντέχει να αναλάβει τέτοια ευθύνη – η UEFA δεν θα το έκανε ποτέ αυτό για την Ελλάδα όσο αποφασίζει για αυτήν ένας Ελληνας και ειδικά αυτός. Θα εκπλαγώ ακόμη περισσότερο αν η κυβέρνηση καταφέρει να πείσει την FIFA να αναλάβει εκείνη την ευθύνη να «τρέξει» το έργο της ανασυγκρότησης του ελληνικού ποδοσφαίρου, διότι αυτό θα σημαίνει ότι η FIFA θα βάλει ένα τέλος σε αυτό τον κύκλο εκλογής διοικήσεων της ΕΠΟ μέσα από τις παγκοσμίου φήμης, για την καθαρότητά τους, εκλογές με την ψήφο των ενώσεων. Μια διοίκηση FIFA, που δεν θα έρθει με την ιδιότητα της προσωρινής διοικούσας επιτροπής αλλά με αποστολή να εκπονήσει και να εκτελέσει το έργο της ανασυγκρότησης του ελληνικού ποδοσφαίρου είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί στην Ελλάδα. Θεωρητικά, θα πρόκειται για μια διοίκηση την οποία δεν θα μπορεί να βάλει στο χέρι με κανέναν τρόπο ένας Ελληνας· ούτε με λάδι, ούτε με μέσο, ούτε με γκαζάκια.

Είναι ένα πάρα πολύ σύνθετο, και γι’ αυτό πάρα πολύ απαιτητικό έργο αυτό της επανεκκίνησης του ελληνικού ποδοσφαίρου. Και είναι μια πάρα πολύ δύσκολη συνθήκη η σημερινή, με όλο αυτό το μπάχαλο και όλη αυτή την πόλωση. Από την άλλη όμως, είναι τέτοιο το χάλι, που αρκεί να εμφανιστεί κάποιος, που θα πείθει ότι είναι ξένος με τα ελληνικά συμφέροντα του ποδοσφαίρου, και να αρχίσει να κάνει τα βασικά για να αρχίσει να δημιουργείται μια αίσθηση αλλαγής. Εικοσιτέσσερις ημέρες πριν από το ΠΑΟΚ – Ολυμπιακός, ένα ματς που το τρέμουν και η UEFA και η κυβέρνηση, περιμένω με ανυπομονησία τα όσα πρόκειται να συμβούν στη διάρκεια της ερχόμενης εβδομάδας, τα οποία θα μας φανερώσουν και τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης αλλά και τις προθέσεις της FIFA. Θα μας δείξουν αν υπάρχει ελπίδα για το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Πηγή: Gazzetta