Του Ιάσονα Θεριού
Κάθισε στην κερκίδα μόνος και αποκαμωμένος. Σίγουρος πως ακόμα μια ευκαιρία είχε χαθεί.

Το νέο «όχι» ήδη αντηχούσε στα αφτιά του, όπως όλα τα προηγούμενα που είχε ακούσει. Σε κάθε ακαδημία. Σε κάθε γωνιά της χώρας. Παρί Σεν Ζερμέν, Λιόν, Μετζ ήταν μόνο οι πιο γνωστές από αυτές που τον έκριναν ανεπαρκή. Για κάποιους ήταν «κοντός», για άλλους «αδύναμος», για άλλους «αργός». Δεδομένα «όχι αρκετός» για όλους. Τώρα και για τη Μονπελιέ, την ομάδα που του προσέφερε το τελευταίο του δοκιμαστικό επί γαλλικού εδάφους, ένα σκάρτο δεκάλεπτο σε ένα φιλικό με την Παρί.
Οριακά, δεν είχε μείνει και άλλη μεγάλη ακαδημία στη χώρα του και ο μικρός ήταν πεπεισμένος πως ούτε αυτή θα του ανοίξει την αγκαλιά της.
Σε εκείνη την κερκίδα λοιπόν, σε ένα προπονητικό κέντρο στο Παρίσι, ακόμη ιδρωμένος στην ποδοσφαιρική του στολή, με κατεβασμένες τις κάλτσες και χαλαρωμένες τις επικαλαμίδες του, άνοιξε ένα τσαλακωμένο αλουμινόχαρτο. Κοιτώντας στο κενό, πήρε ένα από τα μπισκότα που η μαμά του του είχε πακετάρει, σαν να ήξερε πως θα πρέπει έστω και εξ αποστάσεως να παρηγορήσει το παιδί της με την αγαπημένη του λιχουδιά.
Το καταβρόχθισε και, πριν προλάβει να πέσει με τα μούτρα στο επόμενο, μια βαριά φωνή διέκοψε την απελπισμένη περισυλλογή, «θα μου δώσεις κι εμένα ένα;». Δεν τον ήξερε τον μουσάτο άντρα που κάθισε δίπλα του, αλλά ήταν και τόσο ευγενικό παιδί που δεν μπορούσε να του αρνηθεί. Άνοιξε λίγο περισσότερο το αλουμινόχαρτο και προέκτεινε το χέρι του προς το μέρος του. Για λίγο κάθισαν μαζί, μασουλώντας από τα ίδια μπισκότα. Ήταν τρομερά.
Ξέρετε, μοσχοβολούσαν βούτυρο και βανίλια και λίγο πιο μέσα από τις τραγανές καραμελωμένες άκρες τους έρεαν μισολιωμένα μεγάλα κομμάτια σοκολάτας. Και από πάνω της ισορροπούσε εκείνο το -όχι και τόσο καλά κρυμμένο- μυστικό. Μια γερή πρέζα χοντρό αλάτι. Ικανή να κάνει τα δικά της μαγικά στον ουρανίσκο.
Ο Αντουάν Γκριεζμάν σε εφηβική ηλικία, φορώντας τη φανέλα της Οσέρ.
Το αλάτι τα απογείωνε εκείνα τα μπισκότα, τα αγαπημένα του Αντουάν Γκριεζμάν, το αλάτι ήταν υπεύθυνο για την αντίθεση που τα καθιστούσε ακαταμάχητα. Έχει και κάτι από επιστήμη αυτό το γευστικό παράδοξο. Το νάτριο λειτουργεί σαν ξυπνητήρι για τους γλυκούς υποδοχείς της γλώσσας. Για την ακρίβεια, αυξάνει την απόκρισή τους και καθιστά πιο δυνατό το σήμα που στέλνουν στον εγκέφαλο. Δηλαδή λίγο αλάτι κάνει την ίδια ποσότητα ζάχαρης να φαίνεται πιο γλυκιά. Κι αυτή είναι η αξία του.
Κάτι αλμυρό που ενισχύει, κάνει πιο έντονη την αντίληψη του γλυκού.
Το χρειαζόμαστε τις περισσότερες φορές. Κάτι κάπως λάθος, για να αντιληφθούμε το σωστό. Κάτι παράταιρο, για να εκτιμήσουμε το οικείο. Κάτι ξένο σαν το χοντρό αλάτι στα αγαπημένα μπισκότα του Αντουάν Γκριεζμάν, σαν τον ίδιο μακριά από την «Ατλέτι». Μια γερή πρέζα αλάτι Βαρκελώνης, για να κάνει το μπισκότο της Μαδρίτης τόσο ακαταμάχητο, τόσο εθιστικό, τόσο γλυκό. Σαν τη σχέση του «Γκριζού» με τις αγαπημένες του “rojblancas” ρίγες.
Εκείνος ο μουσάτος άντρας, Ερίκ Ολάτς το όνομά του, ο οποίος έκανε τράκα στον μικρό Αντουάν ένα από τα αγαπημένα του μπισκότα, δεν είχε λιγούρες. Αλλά πλάνο. Ένα τρελό πλάνο. Και απλώς κάπως έπρεπε να τον γνωρίσει. Όταν σταμάτησαν να μασουλάνε και οι δυο τους του έδωσε ένα τυλιγμένο χαρτί και του είπε να το ανοίξει, μόνο όταν πάει σπίτι, να το δώσει στους γονείς του. Έγραφε το όνομα και το τηλέφωνό του, «Παρακαλώ, καλέστε με για τον γιο σας».
Ήταν απίστευτο. Ο πρώτος ποδοσφαιράνθρωπος που τον εκτίμησε δούλευε για μια ομάδα εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Ήταν ο μόνος scout που εκείνο το απόγευμα είδε κάτι σε εκείνον. Ο μικρός, βουτηγμένος σε τόση απόρριψη, δεν το σκέφτηκε στιγμή, ήθελε απλώς να παίξει σε μια ομάδα και αυτή η ευκαιρία ήταν μπροστά του. Ακόμα κι αν οι γονείς του δεν το έβλεπαν ακριβώς έτσι.
Ο Αντουάν Γκριεζμάν σε ηλικία 25 ετών με τις αγαπημένες του “rojblancas” ρίγες της Ατλέτικο Μαδρίτης / Photo by: Eurokinissi.
«Ξέρω πώς θα ολοκληρωθεί όλο αυτό. Δεν πρόκειται να αφήσω τον γιο μου να φύγει 800 χιλιόμετρα μακριά, μόνο και μόνο για να τον απορρίψουν ξανά», είπε ο πατέρας του στον Ολάτς. Βέβαια, αυτός μετά από κάποια επίμονα τηλεφωνήματα του συλλόγου μεταπείστηκε, σε αντίθεση με τη μητέρα του, η οποία χρειάστηκε πολύ καιρό για να αποδεχθεί πως αυτό ήταν το σωστό βήμα.
Στην αρχή ο μικρός πήγε στο Σαν Σεμπαστιάν για κάποιες εβδομάδες. Ήταν 14 ετών, οι εβδομάδες έγιναν μήνες και οι μήνες χρόνια. Προφανώς και ήταν ζόρικα στο ξεκίνημα, κατά το οποίο έμενε κυρίως στο σπίτι του scout του, προφανώς και υπήρχαν βράδια που έκλαιγε, σκεπτόμενος την οικογένεια που είχε αφήσει πίσω του. Όμως έκατσε. Και από 14χρονος νοσταλγός του σπιτιού του έγινε ο θετός γιος ενός άλλου.
Δεν ήταν Ισπανός, φυσικά δεν ήταν ούτε κατά διάνοια και Βάσκος και ξεπήδησε από την ακαδημία της Ρεάλ Σοσιεδάδ από το πουθενά. Εκεί όμως δεν χρειαζόταν να είναι αθληταράς ως έφηβος, ούτε καν να μιλάει την γλώσσα. Αρκούσε να καταλαβαίνει το παιχνίδι με τον τρόπο που το έκανε. Ακόμα κι αν κανείς δεν πρόλαβε να καταλάβει πώς βρέθηκε μεμιάς στην πρώτη ομάδα της Λα Ρεάλ, δίχως καν να παίξει με τα τσικό.
Πρώτα τη βοήθησε να ανέβει κατηγορία κι έπειτα υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο. Έκανε τα πάντα για να την κρατήσει στη La Liga και πήρε κεντρικό ρόλο στην εκτόξευση που την είδε να αναρριχάται σε νέα ύψη, να φτάνει μέχρι και στους ομίλους του Champions League μέσα σε λίγα χρόνια.
Ξεσήκωσε σούσουρο και κουβέντα. «Ρε, ποιος είναι αυτός ο εξτρέμ στη Σοσιεδάδ με τη λευκή μοϊκάνα; Καλός, ε;». Αυτή αποτυπωνόταν στην μνήμη, αυτή έβλεπαν πρώτα. Και μετά έναν ατρόμητο πιτσιρίκο που έπαιζε χαμογελαστός και έλαμπε, δίχως να αισθάνεται την παραμικρή πίεση, τρυπώντας για το καλά το διαθέσιμο ταβάνι στη Χώρα των Βάσκων. Το μικροσκόπιο του Ντιέγκο Σιμεόνε είδε την εικόνα σε μεγέθυνση. Τον έκανε εικόνα, βασικά, σε έναν ρόλο που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί για εκείνον.
Ο Αντουάν Γκριεζμάν με τη φανέλα της Ρεάλ Σοσιεδάδ τη σεζόν 2011-2012.
Ο σκληρός Ντιέγκο Κόστα αποχώρησε από την Ατλέτικο Μαδρίτης και στη θέση του ήρθε ο ξανθός με το baby face για 30 εκατ. ευρώ. Άλλο εντελώς προφίλ. Δεν ήταν καν σέντερ φορ, δεν θύμιζε σε τίποτα τον μπρουτάλ μυώδη “κακό” που τσακωνόταν και με τα σημαιάκια κόρνερ και τον οποίον έπρεπε να αντικαταστήσει. Αντίθετα, εκείνος ήταν δαντελένιος, ήρεμος, πολύ πιο όμορφορς ποδοσφαιρικά. Σε καμία περίπτωση δεν έπειθε πως μπορεί να γίνει πολεμιστής στον στρατό του Ντιέγκο Σιμεόνε.
Κι όμως έγινε. Δίχως καν να χρειαστεί να αλλάξει, να τσαλακώσει την εικόνα του. Παρέμεινε ο ίδιος στο γήπεδο, ένας καλλιτέχνης ανάμεσα στους πολεμιστές και γλύκανε τα πάντα γύρω του. Δεν χρειάστηκε χρόνο προσαρμογής. Μπήκε κι έπαιξε κατευθείαν. Εντυπωσιακή η σεζόν της “καλησπέρας” του. Ακόμα πιο εντυπωσιακή η επόμενη. Εμβληματική. Αλλά και πικρή ταυτόχρονα. Δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ο Γκριεζμάν. Μπήκε σφήνα στο δίπολο Μέσι-Κριστιάνο και με τρομερές εμφανίσεις πήρε την Ατλέτικο Μαδρίτης από το χέρι για να την οδηγήσει μόλις τρεις βαθμούς μακριά από το Πρωτάθλημα.
Ήταν απίστευτη η επιδραστικότητά. Ήταν εκεί, στην καρδιά των πραγμάτων για τους «Rojiblancos». Κινούσε κάθε νήμα της επιθετικής τους δραστηριότητας, κάθε μπάλα κατέληγε στα πόδια του, γιατί δεν μπορούσε να καταλήξει αλλού. Και από εκεί γινόταν ό,τι ήθελε εκείνος να την κάνει. Σουτ για γκολ, κάθετη, ντρίμπλα.
Ο πρίγκιπας των μεσοδιαστημάτων, αθόρυβος και διακριτικός, μέχρι να κάνει τη διαφορά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ανάμεσα στα περίφημα «BBC» (Μπέιλ, Μπενζεμά, Κριστιάνο) και «MSN» (Μέσι, Σουάρες, Νεϊμάρ), εκείνος ήταν ένας. Ένας με μια ομάδα στους ώμους του. Απέναντι σε όλους. Έκανε όλα όσα έκαναν αυτοί, αλλά δούλευε και σαν σκυλί στο γήπεδο, ίδρωνε, μάτωνε, κουβαλούσε. Ο νέος ήρωας της «Ατλέτι», ο πρώτος με τον οποίον ο λαός της συνδέθηκε τόσο πολύ μετά τον Αγουέρο ή τον Φορλάν. Και ο πρώτος που πήρε καθολική αναγνώριση, ακριβώς επειδή το παιχνίδι του ήταν καθολικό, δεν γινόταν να μην σε αγγίξει. Γιατί τον Ντιέγκο Κόστα τον έβλεπαν οι αντίπαλοι και οι ουδέτεροι και τον μισούσαν. Αλλά τον Γκριεζμάν τον θαύμαζαν και κρυφά-κρυφά τον ζήλευαν.
Ιανουάριος 2016: Ο Αντουάν Γκριεζμάν με τη φανέλα της Ατλέτικο Μαδρίτης / Photo by: INTIME.
Παρών σε όλα τα μεγάλα ραντεβού. Στο Πρωτάθλημα και στο Champions League. Αυτό… αυτό το Champions League. Μέχρι σήμερα τον στοιχειώνει το πέναλτι που τράνταξε το οριζόντιο στον Τελικό του Μιλάνου. Κανείς δεν ξέρει τι θα γινόταν, αν είχε σκοράρει τότε, αν η «Ατλέτι» ισοφάριζε στο 48’ και όχι στο 79’. Αυτό που είναι δεδομένο όμως είναι πως όλοι την μπάλα θα την έδιναν σε εκείνον.
Γιατί αυτός ήταν που έπρεπε να το πάρει το πέναλτι, αυτός που τους είχε οδηγήσει μέχρι εκεί, σκοράροντας σχεδόν κάθε σημαντικό γκολ μέχρι εκείνο το σημείο. Αυτός που πέτυχε το μόνο τέρμα στο διπλό στο Bernabéu στο Πρωτάθλημα, αυτός που με ντοπιέτα απέκλεισε την Μπαρτσελόνα στα προημιτελικά, αυτός που σκόραρε το γκολ της πρόκρισης στον Τελικό απέναντι στην Μπάγερν. Αυτός που έφυγε από το χορτάρι του San Siro με το κεφάλι στις φτέρνες, κατεβασμένο όσο δεν πάει, υπό το βάρος της απογοήτευσης της ήττας.
Απογοήτευση που έγινε βενζίνη, καύσιμο για ό,τι ακολούθησε. Μια επανάληψη δηλαδή.
Μόνο η φανέλα άλλαξε. Τα ερυθρόλευκα έγιναν μπλε.
Το μπλε μιας Γαλλίας που μπήκε στο Euro 2016 ως τρομοκρατημένη -κυριολεκτικά- οικοδέσποινα. Η αιματηρή επίθεση στο Μπατακλάν, λίγους μήνες πριν, ακόνισε το εθνικό αίσθημα, το ποδόσφαιρο έγινε πλατφόρμα αυτού και ο Αντουάν Γκριεζμάν απόλυτος εκφραστής του. Πάλι με τον ίδιο τρόπο, με κομβική παρουσία και επιρροή σε κάθε κομβική στιγμή.
Γκολ στον όμιλο, πέντε γκολ και δύο ασίστ στα νοκ άουτ. Σε κάθε παιχνίδι αυτός έκανε τη διαφορά. Στην πιο κρίσιμη στιγμή αυτού του τουρνουά όμως, σε εκείνο το σουτ-προσευχή του Έντερ, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Έφυγε ξανά με το κεφάλι κατεβασμένο και τη λάμψη των ατομικών διακρίσεων να αντανακλά ειρωνικά λίγη από τη δική του λάμψη στο χορτάρι. Παίκτης της σεζόν στη La Liga, παίκτης του τουρνουά στο Euro, τρίτος στην ψηφοφορία της «Χρυσής Μπάλας» πίσω μόνο από τους δύο εξωγήινους των καιρών μας.
Ιούλιος 2016: Ο Αντουάν Γκριεζμάν πανηγυρίζει μαζί με τους Σισοκό και Ζιρού ένα από τα δύο γκολ του στον ημιτελικό του Euro ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία / Photo by: INTIME.
Δεν κέρδισε τίποτα στην πραγματικότητα ο Γκριεζμάν. Τίποτα, πέρα από την καθιέρωσή του. Καθιέρωση στο γήπεδο και τα κεφάλια των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων. Αυτός ο βραχύσωμος τύπος, ο τόσο περίπλοκος και κομβικός στο γήπεδο, ο οποίος έπαιζε χαμογελαστός και πανηγύριζε με το «Hotline Bling» του Drake, ανήκε στην ελίτ. Και δεν υπήρχε πια καμία αμφιβολία επ’αυτού. Όπως δεν υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να κάνει. Εξτρέμ; “Δεκάρι”; Σκόρερ ολκής; Ψευτοεννιάρι; Ηγέτης στο πρέσινγκ; Ντριμπλαδόρος; Δημιουργός; Ακόμα και ως κεφαλοσφαιρστής εξαιρετικός ήταν, παρά τα 176 εκατοστά του.
Τιμούσε τα ερυθρόλευκα, πρωταγωνιστούσε, ήταν εκεί σε κάθε τι καλό έκανε αυτή η ομάδα. Έπαιζε μπαλάρα, δημιουργούσε, σκόραρε, έγραφε ιστορία. Δύο τέρματα πέτυχε στον Τελικό του Europa League το 2017, σφηνώνοντας ακόμα περισσότερο το όνομά του στις καρδιές των οπαδών.
Εκείνος χτυπούσε το σήμα στο στήθος του, εκείνοι τον αποθέωναν γεμάτοι περηφάνια. Γιατί δεν είχαν ποτέ κάποιον τόσο καλό. Όχι απλώς τόσο καλό για εκείνους. Αλλά έναν από τους καλύτερους του κόσμου δικό τους. Αυτό ήταν. Και για αυτό η απόφαση τοὺς πόνεσε τόσο.
Πριν από την απόφαση, δε, υπήρχε και «Η απόφαση». «La decision», ήταν ο τίτλος του ντοκιμαντέρ που ο «Γκρίζι» αποφάσισε να δημιουργήσει και να δημοσιεύσει τον Ιούνιο του 2018. Κανείς δεν κατάλαβε γιατί. Ήταν λίγο άβολο, στα αλήθεια. Μια σειρά από πλάνα α λα «Big Brother» που τον έδειχναν να ξεφυσά και να μονολογεί «τι να κάνω; δεν ξέρω τι να κάνω». Ένα ριάλιτι που ο ίδιος δημιούργησε για τον εαυτό του γύρω από τη φημολογία της αποχώρησής του από την «Ατλέτι». Υπήρχε και καπνός και φωτιά, υπήρχε πολύ ζεστό ενδιαφέρον από την Μπαρτσελόνα και μια προσέγγιση κάτω από τα ραντάρ.
Μάιος 2017: Ο Αντουάν Γκριεζμάν με τη φανέλα της Ατλέτικο Μαδρίτης εκτελεί πέναλτι στον ημιτελικό του Champions League με αντίπαλο την Ρεάλ Μαδρίτης / Photo by: Eurokinissi.
Όμως ποιος το κάνει αυτό; Ποιος δημοσιοποιεί με τη θέλησή του αυτές τις εικόνες για τον ίδιο του τον εαυτό; Ποιος καταστρέφει έτσι αυτοβούλως την εικόνα του; Γιατί αυτό έγινε. Ο Γκριεζμάν κατάφερε να πέσει και στα μάτια του λαού του και σε αυτά των υποψήφιων νέων του πιστών. Και τίποτα δεν τον ξέπλενε.
Θα μείνει τελικά, έπειτα από εγγυήσεις ότι η «Ατλέτι» θα κάνει τα πάντα για να παραμείνει ανταγωνιστική στο κορυφαίο επίπεδο, ανανεώνει το συμβόλαιό του με μυθικές απολαβές. Είκοσι εκατ. ετησίως με ρήτρα αγοράς στα 200 εκατ. «Η σημαία στον ιστό της», «Γκριεζμάν για πάντα στην Ατλέτικο» και άλλα τέτοια εύηχα κλισέ. Ο ίδιος θα ανακοινώσει την απόφασή του γράφοντας στα social media: «Οι οπαδοί μου, η ομάδα μου, το ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ».
Θεωρητικά έχει απορρίψει την «Μπάρτσα». Αλλά οι «οπαδοί του» αισθάνονται πως δεν τους έχει σεβαστεί και το γυαλί παραμένει ραγισμένο. Ο «Γκρίζι» είναι μάλλον στην πιο εύθραυστη στιγμή της καριέρας του έως τότε. Αντί να σπάσει, τα σπάει. Ταξιδεύει στη Ρωσία και γίνεται Παγκόσμιος Πρωταθλητής. Ήταν το Μουντιάλ της εκτόξευσης του Κιλιάν Εμπαπέ. Αλλά ήταν και το Μουντιάλ της χαλύβδωσης του Γκριεζμάν. Ως legend. Για πάντα.
Κάνει τα δικά του πάλι. Χωρίς προσπάθεια. Πάντα με αυτό το ανέμελο χαμόγελο. Σκοράρει, δημιουργεί, γίνεται το κέντρο της βαρύτητας για εκείνη τη Γαλλία, ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους Πογκμπά–Καντέ και Εμπαπέ–Ζιρού. Αυτή τη φορά, σε αυτόν τον Τελικό, όλες οι κρίσιμες στιγμές ανήκουν σε εκείνον. Αυτή τη φορά το πέναλτι καταλήγει στα δίχτυα και όχι στο οριζόντιο δοκάρι. Δύο ασίστ και γκολ στην τεσσάρα απέναντι στην Κροατία. «Man of the Match», άνευ συζήτησης. Στην κορυφή του κόσμου. Λίγο πριν γκρεμίσει όλον του τον κόσμο.
Ιούνιος 2018: Ο Αντουάν Γκριεζμάν με τη φανέλα της Εθνικής Γαλλίας πανηγυρίζει μαζί με τον Κιλιάν Εμπαπέ / Photo by: INTIME.
Η παρένθεση ήταν χρυσή, μεθυστική, θριαμβευτική. Αλλά δεν έπαυε να είναι παρένθεση. Η πραγματικότητα ήταν ότι στη Μαδρίτη τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Όσο κυλούσε ο καιρός, το ραγισμένο γυαλί απλώς αποκτούσε νέες ρωγμές, τίποτα δεν ήταν ίδιο. Θέμα χρόνου -δέκα μηνών βασικά- το να σπάσει. Γραπτό το σφυρί να είναι μπλε και κόκκινο. Τον Μάιο ανακοινώνει ότι αποχωρεί. Ουσιαστικά, ο Γκριεζμάν τα έχει βρει από καιρό με την Μπαρτσελόνα μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Την ενημερώνει πως την 1η Ιουλίου η ρήτρα του πέφτει από τα 200 στα 120 εκατ. ευρώ. Και το κουμπί πατιέται.
Ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς το “γιατί”, το οποιοδήποτε “γιατί” σε αυτή την ιστορία.
Γιατί η Μπαρτσελόνα του Λιονέλ Μέσι να δώσει αυτά τα χρήματα για να πάρει έναν ποδοσφαιριστή που λάμπει κάνοντας ακριβώς τις ίδιες δουλειές, στους ίδιους ακριβώς χώρους με τον Μέσι; Κι αυτός γιατί να αφήσει το “σπίτι του” για να πάει κάπου που ξέρει πως θα πρέπει να αλλάξει για να προσαρμοστεί, να γίνει κομπάρσος από πρωταγωνιστής; Ακόμα και τίτλους να έπαιρνε δεν θα ήταν ποτέ “δικοί του”, με τον τρόπο που θα ήταν στην Ατλέτικο.
Δεν υπήρξαν μετά Χριστόν προφητείες, το έβλεπαν όλοι πως τα μαθηματικά δεν έβγαιναν. Και δεν βγήκαν. Δεν προσαρμόστηκε ποτέ ο Γκριεζμάν στη Βαρκελώνη. Δεν ήταν ποτέ ο εαυτός του, γιατί δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γίνει ο εαυτός του. Ίσως και γιατί κουβαλούσε το βάρος της απόφασης μέσα του. Και το πλήρωσε σκληρά. Ένας Θεός ξέρει πώς ένιωσε, όταν είδε τους «οπαδούς του» να βανδαλίζουν την πλακέτα του έξω από το Γουάντα Μετροπολιτάνο. Πώς ένιωσε σε εκείνο το 8-2 από την Μπαρτσελόνα. Πώς ένιωσε έναν χρόνο αργότερα, όταν είδε την «ομάδα του» να στέφεται Πρωταθλήτρια κόντρα σε όλα τα προγνωστικά. Αν το είχε πάρει εκείνος αυτό το Πρωτάθλημα…
Ιούλιος 2019: Ο Αντουάν Γκριεζμάν στα χρώματα της Μπαρτσελόνα στο εικαστικό που συνόδευσε την ανακοίνωση της μεταγραφής του / Photo by: fcbarcelona.com.
Η ιστορία έγραψε και η περίφημη απόφαση του Γκριεζμάν -με όλο το δράμα της- στα κιτάπια της ιστορίας γράφτηκε ως λάθος, ως ανοησία. Ως τρέλα. Όσο τρελό φαντάζει και κάποιος να πασπαλίζει με αλάτι τα μπισκότα του.
Γιατί εκείνη την στιγμή, με το που βγουν από τον φούρνο, αυτό το πασπάλισμα σε κάνει να απορείς. Μα η πρώτη μπουκιά μετά από αυτό σε τρελαίνει. Σε κάνει να θες κι άλλο. Δίχως να καταλαβαίνεις πως είναι το αλάτι -το “λάθος”- που κινεί τα νήματα αυτής της ακαταμάχητης γεύσης. Είναι το αλάτι -το “λάθος”- αυτό που ακονίζει τον τρόπο με τον οποίον η γεύση θα σκάσει στην γλώσσα και τον ουρανίσκο. Κάτι αλμυρό που ενισχύει, κάνει πιο έντονη την αντίληψη του γλυκού.
Θα μπορούσε ο «Γκρίζι» να είχε γίνει “Τότι” ή “Τζέραρντ” από άποψη πίστεως. Θα μπορούσε να μην προδώσει ποτέ τον λαό του, να αποκτήσει έτσι μια θέση στο πάνθεον. Μα ο τρόπος που εν τέλει την απέκτησε ήταν διαφορετικός. Διαφορετικά γλυκός. Γιατί ήταν λυτρωτικός και επίπονος. Υπήρχε μόνο ένα μέρος που ήθελε να πάει μετά την Μπαρτσελόνα, ένα μέρος που ήξερε καλά, ένας μέρος στο οποίο κάτι χρωστούσε.
Ο Σιμεόνε πείστηκε πρώτος, το ήθελε πίσω το αστέρι του, το δικό του παιδί. Ο Γκριεζμάν κατάλαβε, ήξερε τι είχε κάνει, δεν γύρισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Και σεβάστηκε. Σεβάστηκε τον θυμό και τον πόνο που είχε προκαλέσει, σεβάστηκε τις πληγές που είχε ανοίξει, σεβάστηκε τον χρόνο που χρειάζονταν για να κλείσουν. Και κυρίως τον εκμεταλλεύτηκε. Χωρίς δράματα. Με υπομονή, με εκείνα τα σκάρτα τριαντάλεπτα που θα εξασφάλιζαν πως δεν θα ενεργοποιούταν η ύψους 40 εκατ. ρήτρα για να αγοραστεί υπό αυτούς τους όρους μετά τον δανεισμό του.
Ο Αντουάν Γκριεζμάν / Photo by: INTIME.
Ήταν αυτά που έδειξαν πως μπορεί ακόμη να κάνει ό,τι έκανε. Πως μπορεί ακόμη να είναι ο συγκλονιστικός εαυτός του, ένας από τους καλύτερους στον κόσμο. Ως σκόρερ, ως ντριμπλέρ, ως δημιουργός. Ως επιθετικός, ως “δεκάρι”, ως εξτρέμ, ακόμα κι ως μέσος πια. Ήταν αυτά που έκαναν ξανά τις “rojiblancas” καρδιές να χτυπήσουν στον μοναδικό του ρυθμό, που τους θύμισαν ότι κάποιοι έρωτες είναι αγιάτρευτοι. Πέραν πάσης πληγής. Όσο κι αν σε έχουν πονέσει, δεν μπορείς παρά να τους συγχωρήσεις. Γιατί θέλεις να τους συγχωρήσεις. Και να τους ζήσεις ξανά. Ξανά και ξανά
Ξανά και ξανά σκόραρε και ο Γκριεζμάν. Μέχρι κι εκείνο το γκολ απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης στο Super Cup Ισπανίας το 2024. Το γκολ Νο.174, αυτό που τον έκανε κορυφαίο σκόρερ στην ιστορία της «Ατλέτι», πάνω μόνο από τον κύριο Λουίς Αραγονές.
Ξανά ο αγαπημένος τους. Ξανά ηγέτης. Ξανά χαρούμενος. Ξανά το δικό του «7» στην πλάτη. Φιλάει το σήμα και πλέον όλοι ξέρουν πως αυτό το φιλί είναι αποδεδειγμένα ειλικρινές. Ξανά και ξανά και ξανά.
Σαν εκείνες τις αχόρταγες μπουκιές που ορμούσαν ξανά και ξανά στα μπισκότα που έφαγε την τελευταία φορά που πίστεψε πως δεν θα καταφέρει να γίνει ποδοσφαιριστής. Εν τέλει έγινε. Ένας από τους καλύτερους της γενιάς του. Ένας από τους κορυφαίους όλων των εποχών στην ομάδα της καρδιάς του, σε αυτή που έζησε τον πιο γλυκό αμοιβαίο έρωτα. Μια αγάπη τόσο γλυκιά, όχι τυχαία, αλλά χάρη σε αυτή τη γερή πρέζα χοντρό αλάτι πάνω από τη σοκολάτα. Αυτή που έκανε την γλύκα πιο έντονη, πιο μοναδική.
«Ήθελα να ζητήσω “συγγνώμη”. Ξέρω τον πόνο που προκάλεσα. Η επιστροφή μου στην “Ατλέτι” ήταν ό,τι καλύτερο μου συνέβη». Ποιος ξέρει; Ίσως για «συγγνώμη» να τους πήγε και ένα πακέτο μπισκότα. Σίγουρα θα ήταν πασπαλισμένα με λίγο αλάτι.
Ιούνιος 2023: Ο Αντουάν Γκριεζμάν με τη φανέλα της Εθνικής Γαλλίας / Photo by: Eurokinissi.
Πηγή: Athletestories
















