Του Ιάσονα Θεριού
«Ξέρουν πως το έσκασες από το τσίρκο»; «Τι θα κάνει τώρα αυτός ο ξερακιανός κ@ρι0λ!ς»; «Φρικιό! Φρικιό! Φρικιό»!

Φράσεις που θυμάται ακόμη, κρυμμένες στις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού του. Πίσω από το λαμπερό χαμόγελο, πίσω από το δυνατό γέλιο που πια συνοδεύει σχεδόν κάθε του ατάκα.
Το ίδιο δυνατά ήταν και τα γέλια εκείνη τη μέρα. Όχι τα δικά του αλλά της κερκίδας πίσω του. Όχι των αντιπάλων αλλά των οπαδών της ίδιας του της ομάδας. Είναι 19 ετών, έχει μόλις φορέσει τη φανέλα της ΚΠΡ και ετοιμάζεται να πατήσει για πρώτη φορά χορτάρι. Δεν τον έχει δει κανείς να παίζει. Ποτέ. Κι όμως κανείς δεν πιστεύει πως μπορεί να προσφέρει το παραμικρό. Δώστε ένα χαρτί σε οποιονδήποτε, πείτε του να ζωγραφίσει έναν ποδοσφαιριστή. Ποιος θα σχεδίαζε αυτά τα ξυλοπόδαρα, τα τεράστια άκρα που κρέμονται σαν κλαδιά από το λιπόσαρκο πανύψηλο κορμί του;
Το πρόβλημα με τον Πίτερ Κράουτς όμως δεν ήταν πως ήταν ψηλός. Ήταν ασυνήθιστα ψηλός. Και το ασυνήθιστο δύσκολα γίνεται αποδεκτό, ειδικά σε έναν κόσμο τόσο σκληρό όσο αυτός του ποδοσφαίρου.
Το κατάλαβε άμεσα, πάνω στην πλαϊνή γραμμή του Loftus Road, λίγο πριν μπει αλλαγή, όσο άκουγε τους τύπους που θα έπρεπε να τον υποστηρίζουν να τον αποδοκιμάζουν, να τον βρίζουν, να τον κοροϊδεύουν. «Τον είδα να σοκάρεται», θυμάται ο πατέρας του. «Ήταν ένας γίγαντας, αλλά φοβόταν τόσο πολύ, ώστε κρυβόταν στο γήπεδο. Τον είδα να συρρικνώνεται, με το που πάτησε το πόδι του μέσα».
Πόσες φορές είχε ευχηθεί να συρρικνωθεί στα αλήθεια; Πόσο απεγνωσμένα ήθελε να είναι “φυσιολογικός”; Όλα τα τεντωμένα δάκτυλα, όλες οι προσβολές, οι αποδοκιμασίες, ακόμα και τα κλισέ όχι κακόβουλα αστειάκια, όλα τού τρυπούσαν το «είναι» για χρόνια. Τον έκαναν να απεχθάνεται τον ίδιο του τον εαυτό.
Μέχρι να τον αγκαλιάσει σφιχτά, να πιστέψει σε αυτόν, να μάθει να ζει ως “διαφορετικός”, ως ασχημόπαπο. Καταδικασμένο να μη γίνει ποτέ κύκνος, μα ταυτόχρονα ορκισμένο να ανακαλύψει τη δική του ομορφιά. Και όλα άλλαξαν χάρη στο κορίτσι της ζωής του.
Ιούλιος 2006: Ο Πίτερ Κράουτς με τη φανέλα της Εθνικής Αγγλίας / Photo by: Eurokinissi (AFP).
Η ανάπτυξή του χτύπησε ταβάνι στα 2 μέτρα, 2 μέτρα και 1 εκατοστό. Ήταν ήδη θηριώδης από την εφηβεία του, το περισσότερο ύψος ο Πίτερ το είχε πάρει μέχρι τα 15 του. Πάντα ξεχώριζε για την εμφάνισή του, πολύ περισσότερο από όσο θα ήθελε. Και αυτό τον καθόρισε. Υπήρχαν βράδια που αποκοιμιόταν με τα μάτια του ακόμη υγρά από τα δάκρυα, πρωινά που δυσκολευόταν να αφήσει το κρεβάτι του, όσο το κορμί του τραβιόταν, μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Αισθανόταν ξένος στο ίδιο του το σώμα και ό,τι συνέβαινε σε αυτό είχε εσωτερικό αποτύπωμα. Όχι μόνο στο -θρυλικό πλέον- χιούμορ του, το οποίο σφυρηλατήθηκε σαν αυτοσαρκαστική πανοπλία. «Αν κάποιος ήθελε να με κοροϊδέψει, ήξερα πως μπορούσα να με κοροϊδέψω καλύτερα από εκείνον». Αλλά και στην ιδιοσυγκρασία του. Σχεδόν άβολος, συνεσταλμένος, καλοσυνάτος. Ίσως υπερβολικά για κάποιον που ήθελε να παίξει ποδόσφαιρο. Ίδιος η μαμά του, απόλυτα διαφορετικός από τον μπαμπά του.
Ο Μπρους Κράουτς ήταν ο απόλυτος θιασώτης του tough love, της σκληρής αγάπης, το αντίβαρο του χαρακτήρα του γιου του. Παρεξηγήσιμος μα απαραίτητος για αυτόν. «Χωρίς εκείνον, δεν θα έφτανα πουθενά», έχει πει ο Πίτερ. Ακόμα κι αν κανείς ακούει μέχρι σήμερα τη φωνή του να σπάει, διηγούμενη τις ιστορίες των “μαθημάτων” του μπαμπά. Κάποτε τον παράτησε σε μια προπόνηση, σηκώθηκε και έφυγε, έξαλλος με το γεγονός πως ο γιος του απέφυγε να μπει δυνατά σε μια μονομαχία. Ήταν 15 ετών και αναγκάστηκε να γυρίσει σπίτι -24χλμ. μακριά- μόνος του. Πριν καν περάσει την πόρτα, σχεδόν τον πήρε από τα μούτρα. «Ας πούμε απλώς πως μου είπε με σχετικά έντονο τρόπο ότι, αν θέλω να παίξω ποδόσφαιρο, δεν γίνεται να είμαι καλό παιδί. Πάντως ποτέ ξανά δεν μπήκα χαλαρά σε μονομαχία. Βασικά, στο αμέσως επόμενο παιχνίδι έπρεπε σίγουρα να έχω αποβληθεί».
Του έλειπαν όντως το μέταλλο και η λύσσα και όσο μεγάλωνε τα πράγματα γίνονταν πιο δύσκολα. Ουδείς μπορούσε να διακρίνει potential σε έναν γιγαντιαίο έφηβο, ατσούμπαλο και χωρίς φλόγα.
Η Τότεναμ τον έδιωξε από το αναπτυξιακό της σύστημα μετά από δύο ανούσιους δανεισμούς στην όγδοη κατηγορία της Αγγλίας και τη δεύτερη της Σουηδίας. Για την ακρίβεια τον πούλησε για ψίχουλα, για 60.000 λίρες, στην ΚΠΡ.
Ο Πίτερ Κράουτς σε εφηβική ηλικία με τη φανέλα της Τότεναμ.
Δεν τον πίστευαν πουθενά, αλλά το «Φρικιό που το είχε σκάσει από το τσίρκο» έδειχνε να αντλεί δύναμη από την αμφισβήτηση. Ό,τι συνέβη στην πλαϊνή γραμμή του Loftus Road, δευτερόλεπτα πριν το ντεμπούτο του, σταδιακά λειτούργησε σαν καύσιμο, κίνητρο για να απαντήσει στην αμφισβήτηση.
Το έκανε εν μέρει, σκοράροντας όσο μπορούσε, αρκετά για να πείσει την Πόρτσμουθ να τον αγοράσει αντί 1.5 εκατ. λιρών μόλις έναν χρόνο μετά. Προσωπική επιθυμία του Χάρι Ρέντναπ. Ήταν ο πρώτος που είδε τον παίκτη πίσω από το ασυνήθιστο σουλούπι, τις υποσχέσεις που κουβαλούσε το πιο περίεργο κορμί του ποδοσφαίρου. Και ο πρώτος που τον εμπιστεύτηκε πραγματικά. Δεν το είχε αισθανθεί ξανά αυτό το πράγμα ο Κράουτς, αυτή την αποδοχή, την εμπιστοσύνη. Και φρόντισε να ανταποδώσει, να πει «ευχαριστώ», σκοράροντας ακατάπαυστα στη δεύτερη κατηγορία.
Τελικά, ακόμα και με αυτό το σώμα μπορούσε στα αλήθεια να κάνει τη διαφορά. Η διαδρομή του βέβαια μόνο γραμμική δεν θα ήταν. Γεμάτη σκαμπανεβάσματα και plot twists σε κάθε έναν από τους έντεκα σταθμούς της καριέρας του. Μετά την Πόρτσμουθ ήρθε το βήμα στην Premier League με την Άστον Βίλα. Πολύ νωρίς, πολλή πίεση στους ώμους του. «Στην πρώτη μου εμφάνιση είχα αντίπαλο τον Άλαν Σίρερ. Τον είδα και είπα στον εαυτό μου πως δεν γίνεται να παίζω στο ίδιο γήπεδο μαζί του». Ένας αποτυχημένος δανεισμός στη Νόριτς και πισωγύρισμα στη Σαουθάμπτον. Άνοστο, δηλωτικό της πτωτικής του πορείας.
Μέχρι ο μεγαλύτερος πιστός του να κάνει χαμό με τη μεσούσης της σεζόν μετακίνησή του από την Πόρτσμουθ στους μισητούς «Αγίους». Ο Χάρι Ρέντναπ προσγειώθηκε στο St Mary’s και το πρώτο πράγμα που είπε ήταν: «Γιατί, στον διάολο, δεν παίζει ο Κράουτσι;».
Η ίδια πίστη, η ίδια αυτοπεποίθηση, η ίδια εκτόξευση. Σκοράρει κατά ριπάς, βλέπει τον ντόρο γύρω από το όνομά του και κυρίως αισθάνεται να ανήκει σε αυτό το επίπεδο. «Τότε κατάλαβα πως τα πράγματα άλλαξαν, ήξερα από εκείνη την στιγμή πως είμαι στα αλήθεια παίκτης της Premier League, αισθανόμουν πανίσχυρος και για πρώτη φόρα ένιωσα πως είμαι όντως δίμετρος», θα πει.
Όλα δείχνουν να έχουν μπει σε μια σειρά, το σύμπαν τού χαμογελά, μέχρι και ο Σβεν-Γκόραν Έρικσον τον καλεί στην Εθνική Αγγλίας, αφού ο ίδιος τελειώνει τη σεζόν εντυπωσιακά, παρά τον υποβιβασμό της Σαουθάμπτον. Και το τηλέφωνο χτυπά. Βλέπει τον αριθμό του ατζέντη του: «Κάθεσαι; Σε θέλει η Λίβερπουλ». Αντί να ξεκινήσει τη σεζόν στην Championship, την ξεκινά στην Πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Σεπτέμβριος 2005: Ο Πίτερ Κράουτς στην πρώτη του σεζόν με τη φανέλα της Λίβερπουλ / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ.
Η είδηση βέβαια δεν κάθεται καλά ούτε στον Τύπο ούτε στους περισσότερους φιλάθλους. Ο Κράουτς αισθάνεται σαν να βρίσκεται ξανά στο Loftus Road, είναι το επίκεντρο, χωρίς να το επιθυμεί, τα δάκτυλα τεντώνονται και τον δείχνουν και πάλι με δυσπιστία και κακεντρέχεια. Και αυτή τη φορά το βάρος είναι πιο ασήκωτο από ποτέ. Είναι 24 και καλείται να βουλώσει τα στόματα όλης της χώρας, η οποία δυσκολεύεται να κατανοήσει τι έχει δει μια ομάδα όπως η Λίβερπουλ -7 εκατ. λίρες πλήρωσε- σε έναν ψηλόλιγνο τύπο με ένα καλό εξάμηνο στο κορυφαίο επίπεδο.
Και, όταν τον βλέπει να παίζει, επιβεβαιώνεται. Ο Πίτερ συρρικνώνεται ξανά στο γήπεδο, δεν είναι ο εαυτός του, η πίεση τον συνθλίβει και τα άσφαιρα παιχνίδια ακολουθούν το ένα το άλλο. «Αν θες ο σέντερ φορ σου να μη σκοράρει γκολ, τότε, ναι, ο Κράουτς είναι φανταστικός σέντερ φορ», λέει για εκείνον ένας τηλεσχολιαστής. Οι μόνοι που τον στηρίζουν είναι οι οπαδοί της Λίβερπουλ -ο ίδιος έχει δηλώσει ευγνώμων, γιατί καμία άλλη οπαδική βάση δεν θα στεκόταν στο πλευρό του εκείνη την περίοδο- και ο Έρικσον, ο οποίος τον καλεί ξανά στην Εθνική. Θα ευχόταν να μην το είχε κάνει, θα ευχόταν να είχε αποφύγει ό,τι ακολούθησε.
Είναι Οκτώβρης και δεν έχει γκολ, στέκεται στην πλαϊνή γραμμή του Old Trafford, ετοιμάζεται να μπει αλλαγή και 56.000 άτομα τον αποδοκιμάζουν. Η γιούχα κόβει κάθε άλλο ήχο και αυτή τη φορά δεν μπορεί να ακούσει την κερκίδα, αλλά μέσα του νιώθει να τον φωνάζουν ξανά «Φρικιό», να τον υποτιμούν, μόνο και μόνο επειδή βλέπουν κάτι που δεν τους αρέσει.
«Ένιωθα πως με την Αγγλία περίμεναν να είμαι υπεράνθρωπος. Και αυτό έχει να κάνει με το ότι ήμουν διαφορετικός, δεν έμοιαζα με αυτό που θα έπρεπε να είναι ένας διεθνής Άγγλος. Ήταν πραγματικότητα το ότι το έβλεπαν έτσι. Η μαμά μου ήταν στην κερκίδα και έβαλε τα κλάματα, είναι η πιο περήφανη στιγμή στη ζωή μου και κάπως μου την απέσπασαν έτσι. Ντρέπεσαι, γιατί θες να είσαι αυτός που θα σκάσει μύτη με μια σαμπάνια και όλοι θα χειροκροτούν, που η οικογένειά του θα του κάνει μια ζεστή αγκαλιά. Εγώ απλώς είπα “λυπάμαι, μαμά”. Καταλήγεις να απολογείσαι για αυτό για το οποίο δουλεύεις τόσο σκληρά όλη σου τη ζωή», θα πει χρόνια μετά.
«Γύρισα μόνος μου στο διαμέρισμά μου μετά τη γιούχα 56.000 ανθρώπων. Εκείνη η στιγμή… ήταν η πιο καταθλιπτική στιγμή μου».
Μέσα σε λίγους μήνες τα πάντα έχουν διαφοροποιηθεί απόλυτα για τον Κράουτς, γελοιοποιείται συνεχώς στον δημόσιο λόγο, είναι ένα κινούμενο meme. Ομολογεί πως το μόνο που έκανε ήταν να κρύβεται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, μέχρι να σκοράρει. Κάνει τα πάντα για να τα καταφέρει, αλήθεια τα πάντα. Ξεπερνά τα όρια, είναι απόλυτα απελπισμένος. Πιο χαρακτηριστικό σκηνικό δεν υπάρχει. Σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Πόρτσμουθ, η Λίβερπουλ κερδίζει πέναλτι με το σκορ στο 0-0 και εκείνος -αν έχει τον Θεό του- παίρνει την μπάλα από τα χέρια του Στίβεν Τζεράρντ. Φυσικά αστοχεί, ήταν τέτοια η πίεση που δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Φεβρουάριος 2007: Ο Πίτερ Κράουτς με τη φανέλα της Εθνικής Αγγλίας σε φιλική αναμέτρηση με την Ισπανία / Photo by: Eurokinissi (AFP).
Η μπάλα απλώς δεν ήθελε να μπει μέσα και, όταν άλλαξε γνώμη, μπήκε με τον πιο αστείο τρόπο. Είκοσι ματς μετά τη μεταγραφή του, σε ένα παιχνίδι κόντρα στη Γουίγκαν, πιάνει ένα σκοτωμένο σουτ έξω από την περιοχή, το τόπι κοντράρει σε αμυντικό, υψώνεται στον ουρανό και κρεμάει τον αντίπαλο τερματοφύλακα. Η κατάρα σπάει, ο Πίτερ σκοράρει ξανά στο ίδιο ματς. «Ίσως έπρεπε να πάρω και κάποιο λαχείο την ίδια μέρα», θα πει χρόνια αργότερα. Και όχι για τα δύο γκολ του. Αλλά για το σημείο καμπής στη ζωή του.
Βγαίνει να το γιορτάσει, να το χαρεί λίγο, τέρμα το σκοτεινό του δωμάτιο, βρίσκεται σε ένα από τα club της πόλης, επιτέλους χαλαρός. Δεν πρέπει να τον είχε πλησιάσει ξανά κοπέλα στη ζωή του. Και τον πλησιάζει εκείνη. Πανέμoρφη, με κάτι πράσινα μάτια σαν μαύρες τρύπες. «Μπράβο για τα γκολ σου», του λέει, ξέροντας καλά πόσο δύσκολα είχε περάσει. Τον έβλεπε στις εφημερίδες, άκουγε τι έλεγαν για εκείνον, ήθελε απλώς να τον κάνει να νιώσει λίγο καλύτερα. Κατέληξε να τον ερωτευτεί.
Κανείς δεν πίστευε πως αυτός ο τύπος έβγαινε με ένα μοντέλο, μια σταρ του βρετανικού Next Top Model εκείνου του καιρού. Η Άμπι δεν πίστευε στην τύχη της, ο Κράουτς στη δική του, όπως επίσης δεν πίστευε πως αυτή η κοπέλα θα τον έκανε να αισθανθεί πιο σίγουρος από ποτέ για τον εαυτό του.
Ξαφνικά δεν αισθανόταν ξένος μέσα στο σώμα του, δεν αισθανόταν περίεργος, δεν αισθανόταν λίγος. Είναι τρελός ο τρόπος με τον οποίον ο έρωτας λειτουργεί πολλές φορές, ο τρόπος με τον οποίον πειράζει τη χημεία του εγκεφάλου και την ανάκλαση του καθρέφτη. «Όταν γνώρισα την Άμπι, πήρα μια εντελώς καινούργια αυτοπεποίθηση. Σκέφτηκα ότι, αν μπορούσα να είμαι με μια τέτοια κοπέλα, μπορούσα να παίξω στα αλήθεια καλά», θα πει.
Όπως κι αν ακούγεται, αυτό ήταν. Και αυτό αποτυπώθηκε άμεσα στο χορτάρι. Εξερράγη ο Κράουτς, ήταν πιο αποφασισμένος από ποτέ και τα γκολ άρχισαν να έρχονται. Σαν κέτσαπ που -επιτέλους- πέφτει από το μπουκάλι. Και ήταν σημαντικά, αρκετά για να τον κάνουν σύνθημα στα χείλη των οπαδών της Λίβερπουλ, αρκετά για να τη βοηθήσουν να κατακτήσει το FA Cup και να εκπληρώσει ένα από τα παιδικά του όνειρα.
Γεμάτος αυτοπεποίθηση, πλέον σημαντικός για την ομάδα του. Ερωτευμένος και κυρίως αποδέκτης του ίδιου έρωτα.
Μάρτιος 2007: Ο Πίτερ Κράουτς με τη φανέλα της Λίβερπουλ / Photo by: Eurokinissi (AFP).
Τον μεταμόρφωσε ο έρωτας. Όμως δεν τον μετέτρεψε σε κύκνο. Ο Κράουτς δεν έγινε ένα πανέμορφο, επιβλητικό -ποδοσφαιρικά μιλώντας- πλάσμα, έγινε όμως ένα ασχημόπαπο που πλέον είχε αποτινάξει το αγκάθι της διαφορετικότητάς του, αισθανόταν πανέμορφος, αγκάλιασε τη φύση του, έμαθε να γίνεται πολύτιμος για την ομάδα του, μαθαίνοντας να είναι ο εαυτός του.
Το έκανε στη Λίβερπουλ με γκολάρες, ως super sub πολυτελείας, το έκανε στην Πόρτμσουθ, βγάζοντάς τη στην Ευρώπη, το έκανε στην Τότεναμ, εκεί όπου όλα ξεκίνησαν, με νέα γκολ που την οδηγήσαν για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες στο Champions League. Το έκανε στη Στόουκ, όπου έγινε cult hero, κομβικό μέλος της θρυλικής ομάδας του Πούλις, recordman κεφαλοσφαιριστής στην Premier League. Το έκανε και στην Εθνική Αγγλίας, σε μια δύσκολη εποχή πίεσης για τα «Τρία Λιοντάρια», με τρομερό ποσοστό σκοραρίσματος. Γκολ κάθε 99 λεπτά είχε, φορώντας τη λευκή φανέλα, στην οποία βυθίστηκε απόλυτα θλιμμένος εκείνο το απόγευμα στο Old Trafford.
Δεν ήταν ο καλύτερος επιθετικός του κόσμου, αλλά ήταν κομβικός, όπου κι αν βρέθηκε. Και ήταν επίσης αδικημένος, όπου κι αν βρέθηκε. Όχι για όλον τον τραμπουκισμό που χρειάστηκε να υπομείνει, αλλά για λίγες λέξεις που συνόδευαν κάθε καλή κουβέντα για χάρη του. «Για το ύψος του».
Καλός σέντερ φορ «για το ύψος του», καλή τεχνική «για το ύψος του», βάζει γκολάρες «για το ύψος του». Όχι. Ήταν σκέτο καλός σέντερ φορ, είχε καλή τεχνική σκέτο και την ικανότητα να βάζει γκολάρες, όπως το τρομερό ψαλιδάκι κόντρα στη Γαλατάσαραϊ με τη Λίβερπουλ, το φοβερό βολέ κόντρα στη Μάντσεστερ Σίτι με τη Στόουκ. Όχι «για το ύψος του», όχι σε κάποια ειδική κατηγορία, αλλά δίπλα σε όλους τους άλλους, ισοϋψής, όση ειρωνεία κι αν περιέχει αυτό, αν και τόσο διαφορετικός σε πρώτη όψη.
Ανάμεσα στους κύκνους του ποδοσφαίρου, τους πιο αισθητικά ικανοποιητικούς επιθετικούς της εποχής του, ο Πίτερ Κράουτς παρέμεινε ασχημόπαπο. Και, ανάμεσα σε όλα όσα σπουδαία πέτυχε απροσδόκητα, τίποτα δεν ήταν πιο σπουδαίο από το ότι μπόρεσε να ανακαλύψει τη δική του ομορφιά. Κόντρα στο μίσος, κόντρα στις πιθανότητες. Χάρη και στην αγαπημένη του Άμπι. Για χάρη κάθε διαφορετικότητας κάθε άλλου ασχημόπαπου.

















