Επιλογή Σελίδας

Του Ιάσονα Θεριού

«1. Μη νομίζεις ότι εσύ είσαι κάτι ξεχωριστό.

2. Μη νομίζεις ότι εσύ είσαι τόσο καλός όσο εμείς.
3. Μη νομίζεις ότι εσύ είσαι πιο έξυπνος από εμάς.
4. Μη νομίζεις ότι εσύ είσαι καλύτερος από εμάς.
5. Μη νομίζεις ότι εσύ ξέρεις περισσότερα από εμάς.
6. Μη νομίζεις ότι εσύ είσαι πιο σημαντικός από εμάς.
7. Μη νομίζεις ότι εσύ είσαι καλός σε οτιδήποτε.
8. Μη νομίζεις ότι εσύ μπορείς να γελάς μαζί μας.
9. Μη νομίζεις ότι νοιάζεται κανείς για εσένα.
10. Μη νομίζεις ότι εσύ μπορείς να μας διδάξεις κάτι».

Το 1933 ο Δανός συγγραφέας, Άξελ Σάντεμουζε, εδραίωσε μέσω του βιβλίου του, «Ένας δραπέτης διασχίζει τα ίχνη του», τον «Νόμο του Γιάντε», έναν δεκάλογο που θα χαρασσόταν στο DNA όχι μόνο της πατρίδας του αλλά και όλης της Σκανδιναβίας. Σαν άγραφος, άτυπος κοινωνικός κανόνας που περιγράφει άψογα τη φήμη των Δανών για συμμόρφωση και καταστολή της ατομικότητας. Όλοι γνωρίζουν για τον «Νόμο του Γιάντε», τις δέκα εντολές που ορίζουν πως κανείς δεν είναι τίποτα σπουδαίο από μόνος του, πολλοί βαδίζουν ακόμη αθόρυβα στις ράγες αυτής της διδαχής, πολλοί, από την άλλη, απλώς την αγνοούν. Μα είναι και κάποιοι που της αντιτίθενται σθεναρά. Σίγουρα ανάμεσά τους και ο Τόμας Μπέντνερ. Ο άνθρωπος που στην κουζίνα του σπιτιού του κρέμασε έναν άλλον δεκάλογο, τις «Εντολές της οικογένειας Μπέντνερ»1. Να πιστεύεις ότι είσαι κάτι ξεχωριστό, 2) Να πιστεύεις ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αν δεν μπορείς, είναι επειδή δεν θέλεις. Κοκ…

Χρόνια μετά το παιδί που μεγάλωσε τρώγοντας πρωινό και διαβάζοντας αυτές τις εντολές θα ομολογούσε: «Δεν έχω ιδέα γιατί κάνω τόσο ηλίθια πράγματα».

Ο Νίκλας Μπέντνερ είναι σήμερα ο πιο σκληρός κριτής του εαυτού του. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως τις εντολές του σπιτιού του τις ακολούθησε κατά γράμμα. Αλαζόνας, σίγουρος για τον εαυτό του, πίστευε πως είναι καλύτερος, πιο έξυπνος, πιο σημαντικός από όλους.

Ήταν ξεχωριστός. Ξεχωριστά αφελής ίσως. Ξεχωριστά αυτοκαταστροφικός. «Με το που με άφηναν από τα μάτια τους οι γονείς μου, κατέστρεφα τα πάντα. Λένε πως τα κάνω όλα συντρίμμια. Και έτσι είναι, έχω έναν πύραυλο στον κ0λ0 μου και απλώς δεν μπορώ να καθίσω ήσυχος. Αν κάτι δεν συμβαίνει, το κάνω να συμβεί».

Ο Νίκλας Μπέντνερ με τη φανέλα της Εθνικής Δανίας.

Και τα έκανε όλα ο Μπέντνερ. Έπαιξε στο κορυφαίο επίπεδο, χάλασε τρομακτικά χρήματα σε τζόγο, σεξ και νυχτερινή ζωή. Αποπλάνησε την κόρη του προπονητή του, έπαιξε ξύλο με έναν ταξιτζή, “πιάστηκε” από παπαράτσι να φεύγει ημίγυμνος από νυχτερινό κέντρο, κατέστρεψε αυτοκίνητα οπαδών, πρωταγωνίστησε σε στοιχηματικό σκάνδαλο, έγινε μέλος της Βασιλικής οικογένειας, κέρδισε χιλιάδες λάτρεις με τις cult περιπέτειές του. Κι όμως στο τέλος, όσο ξεχωριστός κι αν πίστευε πως είναι, δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Μόνο κλότσησε μια σπουδαία ευκαιρία -πολύ μεγαλύτερη από όλα τα χαμένα γκολ του- για μια αρκετά σπουδαιότερη καριέρα.

Κάποτε στην Άρσεναλ πέρασαν όλους τους παίκτες από ψυχολογικά τεστ, ερωτήματα για να καταλάβουν την ιδιοσυγκρασία του καθενός, πώς πρέπει να διαχειριστούν τον καθένα. Ε, ένας τους τρέλανε. Υπήρχε αυτή η κατηγορία που λεγόταν «αυτοαντιληπτή ικανότητα», είχε να κάνει με τον τρόπο με τον οποίον το άτομο αντιλαμβάνεται τον ίδιο του τον εαυτό, τις δικές του ικανότητες. Όπως θα έλεγε ο επικεφαλής ψυχολόγος, σε αυτό το κομμάτι «ο Μπέντνερ πήρε 11 στα 10». Δεν υπήρχε κανείς που να είχε μεγαλύτερη ιδέα για τον εαυτό του. Όχι με κάποιον τεχνητό τρόπο, όχι για τόνωση της αυτοπεποίθησής του. Στα αλήθεια πίστευε ότι ήταν ο καλύτερος από όλους.

Έτσι μεγάλωσε, απόλυτα προστατευμένος, κακομαθημένος, στα αλήθεια. «Εσύ τα κάνεις όλα καλά παιδί μου, οι άλλοι φταίνε». Αυτή ήταν η λογική του σπιτιού.

Όταν ένας δάσκαλός του είπε στον πατέρα του -άκομψα μάλλον- πως πιστεύει ότι ο μικρός Νίκλας έχασε οξυγόνο στη γέννα, εκείνος απλώς τον άλλαξε σχολείο, δεν προβληματίστηκε καν για τη συμπεριφορά του γιου του. Μόνο φρόντισε κανείς να μην του σκάσει τη φούσκα.

Στο να δαμάσει την «αυτοαντιληπτή ικανότητά» του δεν τον βοήθησε και το γεγονός πως στα 16 του χρόνια ψηφίστηκε κορυφαίος νέος παίκτης στη Δανία. Ήταν τότε που έφυγε από τη χώρα του για να προσγειωθεί στο Λονδίνο, να μπει απευθείας στο μεταίχμιο της ακαδημίας της Άρσεναλ και των αήττητων Πρωταθλητών του 2004.

Ο Νίκλας Μπέντνερ με τη φανέλα της Μπέρμιγχαμ.

Ο Αρσέν Βενγκέρ έβλεπε σε εκείνον έναν νέο, δυνάμει Πρωταθλητή, έναν καινούργιο, επίδοξο πρωταγωνιστή για την επιθετική του γραμμή. Ήταν δύσκολο να τον ακονίσει ωστόσο και λίγο μετά το ντεμπούτο του τον έστειλε για το απαραίτητο αγροτικό στην Μπέρμιγχαμ του Στιβ Μπρους.

Ο τελευταίος θα το μετάνιωνε πικρά. Ναι, ο Μπέντνερ χάριζε μια νέα δυναμική στην ομάδα του, ακόμα και στα 18 του είχε το ταλέντο, την αθλητικότητα και το τσαγανό να κάνει τη διαφορά στο ζόρικο επίπεδο της Championship, να σκοράρει και να οδηγήσει την ομάδα στην άνοδο στην Premier League. Όλα καλά ήταν μέσα στο γήπεδο, όλα όπως έπρεπε. Όμως έξω από αυτό δεν ίσχυε το ίδιο. Από την πρώτη στιγμή ο Νίκλας ζούσε σαν να μην τον νοιάζει τίποτα.

Ο Μπρους άκουσε τις φήμες που ήθελαν τον μικρό να επισκέφτεται τα στριπτιτζάδικα της πόλης τέσσερεις φορές την εβδομάδα και τον κάλεσε στο γραφείο του, επιχειρώντας να τον νουθετήσει. Η απάντηση απόλυτα ταιριαστή με τον Μπέντνερ: «Κόουτς, δεν ισχύει αυτό. Σε στριπτιτζάδικα πάω κάθε μέρα της εβδομάδας πλην της Κυριακής». Ο Νίκλας θυμάται πως ο Μπρους έγινε τόσο κόκκινος από τα νεύρα του που πίστεψε πως θα πάθει εγκεφαλικό. Κι όμως ο Μπέντνερ τα έκανε όλα τέλεια στο γήπεδο τότε, γιατί να τον φρενάρει;

Σίγουρα ο Μπρους θα ήθελε να τον δει πιο σοβαρό, να βρει ένα καλό κορίτσι που θα τον στηρίζει και θα τον κάνει χαρούμενο, να μείνει απόλυτα αφοσιωμένος στο ποδόσφαιρο. Ε, αν το ευχήθηκε, σίγουρα μετά καταράστηκε την ώρα και την στιγμή που το έκανε.

Όλα ξεκίνησαν από ένα στοίχημα στα αποδυτήρια: «Δεν υπάρχει περίπτωση να μπορέσεις να βγεις με την κόρη του Μπρους, σου δίνω 1.000 λίρες». Είναι να μην του βάλεις τέτοιες προκλήσεις… Κανένα ίχνος σεβασμού προς τον μεγάλο Στιβ Μπρους με το big fat head, προς τον προπονητή του δηλαδή, καμία σκέψη, μόνο αδρεναλίνη προ μιας ακόμη τρελής απόφασης.

Κι όμως αυτή η τρελή απόφαση οδήγησε σε έναν αληθινό έρωτα. Ο Νίκλας όχι απλώς βγήκε με την κόρη του Μπρους αλλά την ερωτεύτηκε. Και ο τελευταίος είδε τη μικρή του Έιμι να μπαίνει σε σχέση με έναν τύπο που απλώς δεν άντεχε.

Τη δουλειά του στο χορτάρι την έκανε βέβαια και για αυτό η Άρσεναλ δεν ήθελε να ακούσει την παραμικρή πρόταση μετά τον πολύ επιτυχημένο δανεισμό του στο St Andrew’s. Ο Βενγκέρ τον ήθελε στην ομάδα, τον ήθελε κοντά του, ίσως και για να αισθάνεται ότι μπορεί να τον ελέγξει. Αδύνατη αποστολή ακόμα και για τον Αλσατό, ο οποίος για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα έβλεπε και μια στιγμή λαμπερών υποσχέσεων.

Ο Νίκλας Μπέντνερ με τη φανέλα της Άρσεναλ.

Πιο εκκωφαντική υπόσχεση από το πρώτο του γκολ στην Premier League δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Το ρολόι στο 75’, το σκορ κολλημένο στο 1-1, το Emirates στο πόδι. Κανείς δεν θέλει να δει την Τότεναμ να φεύγει με τον βαθμό της ισοπαλίας στο ντέρμπι του Λονδίνου. Και κανείς δεν περιμένει αυτό που θα συμβεί.

Ο Βενγκέρ φωνάζει στον τέταρτο, να προλάβει να γίνει η αλλαγή πριν το κόρνερ, ο Εμπουέ αποχωρεί, ο Φάμπρεγκας περιμένει με την μπάλα στημένη στη γωνία. Ο Μπέντνερ μπαίνει με χαλαρό τρεξιματάκι και σπριντάρει, όταν πια έχει δει στο κεφάλι του τι έρχεται. Σηκώνεται αγέρωχος, πετάει στον αέρα και την πιάνει τέλεια την κεφαλιά, με τόση δύναμη και αποφασιστικότητα.

Έξι δευτερόλεπτα χρειάστηκε για να κρίνει ένα τέτοιο ντέρμπι στα 18 του. Έξι δευτερόλεπτα για να ψήσει κάθε οπαδό της Άρσεναλ πως αυτός είναι ο εκλεκτός, το παιδί-θαύμα που έρχεται με φόρα. Δεν γινόταν να το κάνει κανείς άλλος έτσι, εν ριπή οφθαλμού, στα αλήθεια, μόνο κάποιος που πίστευε πως ήταν ο καλύτερος.

Τα έξι κορυφαία του δευτερόλεπτα στο Λονδίνο. Λες και γύρισε η κλεψύδρα από την πρώτη στιγμή, από εκείνη την στιγμή, για να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Και η κατάσταση δεν άργησε να δείξει καταδικασμένη.

Μια εβδομάδα αργότερα ο ήρωας του North London Derby θα αποβληθεί στο Goodison Park.  Βλέπει τον Αντεμπαγιόρ στην πλάγια γραμμή, ξέρει ότι θα γίνει αλλαγή και -για κάποιον λόγο- κάνει ένα απόλυτα αχρείαστο μαρκάρισμα για δεύτερη κίτρινη κάρτα.

Εκτίει την τιμωρία του, επιστρέφει στο FA Cup και σκοράρει κόντρα στην Μπέρνλι, μα, αντί να φύγει από το γήπεδο με το κεφάλι ψηλά, φεύγει με τη μύτη του ματωμένη. Ο -επίσης ιδιαίτερος-Αντεμπαγιόρ δεν άντεξε, τον είδε να τον αγνοεί επιδεικτικά για ώρα και του όρμηξε. Ο Μπέντνερ χρόνια αργότερα θα έλεγε ότι «δεν γούσταρε το στιλάκι του Αντεμπαγιόρ».

Ο Νίκλας δεν προλαβαίνει καν να προσαρμοστεί στην ελίτ, δεν βελτιώνει τίποτα στον τρόπο ζωής του, μόνο γίνεται όλο και πιο απερίσκεπτος. Σύντομα βάζει τέλος στην σχέση του με την Έιμι Μπρους, ξεκινά να περνά τον χρόνο του με διαφορετική κοπέλα κάθε βράδυ. Μια από αυτές μένει έγκυος και τον εκβιάζει πως δεν θα προχωρήσει σε έκτρωση, αν δεν της πληρώσει την αυξητική στήθους που ήθελε να κάνει.

«Από εκείνο το σημείο, συνέχισα να βλέπω μόνο σεξεργάτριες», θα πει. Εθισμένος στο σεξ, εθισμένος στην τρελή νυχτερινή ζωή του Λονδίνου και με έναν λογαριασμό γεμάτο ζεστές εκατοντάδες χιλιάδες λίρες. Γιατί να μην τον αδειάσει, έτσι; «Ήμουν λιώμα, δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα, αλλά η ρουλέτα είναι απλή. Κόκκινο, μαύρο, κόκκινο, μαύρο». Έχασε 400.000 λίρες σε ένα βράδυ στο καζίνο, πλέον ήταν εθισμένος και στον τζόγο. Πλήρως ανεξέλεγκτος έξω από το γήπεδο, ζει σαν σε κάποια τηλεοπτική σειρά.

Δεκέμβριος 2007: Ο Νίκλας Μπέντνερ σκοράρει στην αναμέτρηση Άρσεναλ – Τότεναμ.

Κάποια στιγμή γνωρίζει την Κάρολαϊν Ελίζαμπεθ Άντα Γιούελ-Μπρόκντορφ και συνάδει μαζί της μια σχέση πιο περίπλοκη κι από το όνομά της. Εκείνη είναι Βαρόνη, μέλος της Βασιλικής οικογένειας της Δανίας και 13 χρόνια μεγαλύτερή του, εκείνος ένα τρελό-τρελό παιδί. Παντρεύονται, τα αγγλικά media τον λατρεύουν και δεν χάνουν την ευκαιρία να τον αποκαλέσουν «Λόρδο», προφανώς περιπαικτικά. Το περίφημο ψευδώνυμο επέζησε πολύ περισσότερο από όσο αυτός ο γάμος…

Ο Μπέντνερ έχει γίνει meme πριν την εποχή των memes. Τον ακολουθούν παντού κάμερες του κίτρινου Τύπου, πεπεισμένες πως, δεν μπορεί, κάποια βλακεία θα κάνει ξανά, θα δώσει ψωμάκι. Όπως τη φορά που τον έπιασαν να παραπατά μεθυσμένος με το παντελόνι του κατεβασμένο έξω από νυχτερινό κέντρο του Λονδίνου. Α, ναι, λίγες ώρες πριν η Άρσεναλ είχε αποκλειστεί στα ημιτελικά του Champions League από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ακόμα και τότε, ακόμα και σε αυτό το σκηνικό, δεν έφταιγε εκείνος. Αυτό πίστευε. Τα έριξε στα ποτά που «κάτι είχαν».

Δεν έφταιγε ποτέ ο Νίκλας, δεν έκανε τίποτα λάθος, πάντα κάποιος ήταν υπερβολικά αυστηρός ή υπερβολικά βαρετός, πάντα ο ίδιος είχε δίκιο. Πάντα πίστευε ότι ήταν καλύτερος από τους άλλους.

Και ακόμα και σε αυτή την τραγική κατάσταση δεν έπαψε να το πιστεύει. «Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια θα έχω γίνει ο κορυφαίος σκόρερ της Premier League. Κοιτάω γύρω μου, βλέπω τους υπόλοιπους. Δεν είναι καλύτεροι από εμένα. Θα γίνω καλύτερος και από τον Ζλάταν, είναι μεγαλύτερος από εμένα. Όταν εγώ φτάσω στο απόγειό μου, θα με βλέπετε όλοι σας έναν από τους σπουδαιότερους επιθετικούς στον κόσμο». Ναι, το είπε… Κάπου το 2009, την ώρα που στην Άρσεναλ η καριέρα και ο ρόλος του κατρακυλούσαν. Κάτι η στενή οικονομική κατάσταση των «Gunners» και η μικρή δυνατότητα για αναβάθμιση, κάτι η πίστη του Βενγκέρ στο potential του, την βγάζει με οικονομικές ποινές από την ομάδα και μένει στο Λονδίνο.

Ο Νίκλας Μπέντνερ με τη φανέλα της Σάντερλαντ.

Δεν αλλάζει τίποτα, οι ιστορίες απλώς γίνονται όλο και χειρότερες. Διαλύει την Aston Martin του σε τρακάρισμα, πληρώνει και τις κάλτσες του σε απανωτά πρόστιμα για υπέρβαση του ορίου ταχύτητας και οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και με κάποιον τρόπο αποφασίζει πως αιτία όλων των κακών στη ζωή του είναι ο αριθμός της φανέλας του, το #26. Τον έπεισε ένα μέντιουμ που του είπε να πάρει το #52, γιατί ο τυχερός του αριθμός ήταν το #7.

Φυσικά, δεν πάνε και πολύ καλύτερα τα πράγματα, παραμένουν σταθερά. Ο Μπέντνερ στη μέρα του είναι ένας από τους πιο υποσχόμενους επιθετικούς στην Αγγλία, συνδυασμός κορμιού και τεχνικής, με εξαιρετικά τελειώματα. Μα τις περισσότερες φορές δεν είναι η μέρα του. Περιορίζεται σε ψίγματα, σε ελάχιστα δείγματα των δυνατοτήτων του, σε παρενθέσεις. Όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι στην Άρσεναλ, βρίσκει καταφύγιο στη Σάντερλαντ του Στιβ Μπρους, ο οποίος αποφάσισε να αφήσει στην άκρη την προσωπική τους βεντέτα και να συγχωρήσει τον παρ’ ολίγον γαμπρό του.

Τα πάει καλά σχετικά, αλλά κάπου εκεί βγαίνουν ένα βράδυ με τον συμπαίκτη του, Λι Κάτερμολ, λίγες ημέρες πριν από ένα ντέρμπι κόντρα στη Νιούκαστλ. Γίνονται χάλια, φτάνουν στα όριά τους και έχουν τη φαεινή ιδέα να πάρουν σφυριά και να πάνε να σπάσουν αυτοκίνητα οπαδών της άσπονδης αντιπάλου. Δεν μπόρεσαν καν να φτάσουν στην απέναντι μεριά του ποταμιού, μένουν στο Γουέρ και στο Σάντερλαντ και καταλήγουν να βανδαλίσουν άκυρα οχήματα οπαδών των Blackcats, δίχως καν να έχουν συνείδηση του τι κάνουν.

Το μοτίβο συνεχίζεται. Τρέλα, αποφάσεις που σε κάνουν να απορείς, χαοτικές ιστορίες, όπως ο αλλόκοτος πανηγυρισμός στο Euro 2012, με το μποξεράκι που του είχε ετοιμάσει πασίγνωστη στοιχηματική εταιρεία. Ή όπως εκείνη η φορά που ένας ταξιτζής τον κατηγόρησε πως «κατέβασε το παντελόνι του και τρίφτηκε στο ταξί του».

Οι τραυματισμοί που όλο και αυξάνονται κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα, ακόμα πιο δύσκολα. Γιουβέντους, ξανά Άρσεναλ, Βόλφσμπουργκ. Ο Μπέντνερ είναι ίδιος. Ίδιος και απαράλλαχτος. Τόσο κάτοικος του δικού του κεφαλιού και μόνο, ώστε εξακολουθεί να επιμένει: «Βλέπω τον εαυτό μου να αγωνίζεται για τη Ρεάλ ή την Μπαρτσελόνα στο μέλλον». Εν τέλει θα αγωνιζόταν για λίγο στη Νότιγχαμ Φόρεστ, τη Ρόζενμποργκ και την Κοπεγχάγη. Και οι ιστορίες μένουν το ίδιο παρανοϊκές. Στη Νορβηγία αρνείται να πληρώσει μια διαδρομή ταξί, γρονθοκοπά τον ταξιτζή και καταδικάζεται σε κατ’οίκον περιορισμό. Στη Δανία αγοράζει αμέτρητες φανέλες της Κοπεγχάγης με το όνομά του, για να κοροϊδέψει τα media, προσπαθώντας να τα πείσει πως άπαντες είναι ενθουσιασμένοι με την έλευσή του.

Ο Νίκλας Μπέντνερ με τη φανέλα της Ρόζενμποργκ.

Θα αποσυρθεί στα 31 του. Θα καταλήξει να παίζει απλώς με τους παιδικούς του φίλους στα γηπεδάκια της γειτονιάς του. Τουλάχιστον θα βρει λίγη χαρά σε αυτό. Λίγη χαρά ανάμεσα σε ωκεανούς προσωπικής απόγνωσης και ενδοσκόπησης. Πλέον είχε όλον τον χρόνο να σκεφτεί, ήταν μεγάλο παιδί πια, μπορούσε να τα αξιολογήσει όλα πιο καθαρά Είναι διαφορετικός σήμερα, ήρεμος, σχεδόν ώριμος. Ξέρει πως τελικά δεν ήταν ο καλύτερος, πως θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα, πολύ καλύτερα. «Η αίσθηση του να ξέρω τα πάντα καλύτερα -όπως και να’χει- με στοιχειώνει ακόμη». Σιχαίνεται τις «15 εντολές της οικογένειας Μπέντνερ», σιχαίνεται τη νοοτροπία που έγινε κομμάτι του εαυτού του από τόσο μικρή ηλικία.

«Ο τρόπος με τον οποίον κατάλαβα τι σήμαινε η αγάπη για τον πατέρα μου ήταν όταν ήμουν ο καλύτερος σε κάτι. Όταν δεν τα πήγαινα καλά στο σχολείο, δεν ήταν χαρούμενος. Όταν πετύχαινα στο ποδόσφαιρο, μου έδειχνε αγάπη. Έτσι συνέδεσα την σχέση μου μαζί του, με την επιτυχία. Όταν τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν αντίστροφα και πραγματικά χρειαζόμουν στήριξη, δεν μπορούσα να την βρω. Ο πατέρας μου απλώς ακολουθούσε την πορεία. Ήταν επίσης ο καλύτερός μου φίλος εκείνη την περίοδο, αλλά, όταν χρειάστηκα κάποιον, όταν υπήρχαν μικρές ρωγμές στο παράθυρό μου, δεν ήταν έτοιμος να είναι εκεί», θα πει, μιλώντας στο πλαίσιο της παρουσίασης της απόλυτα ειλικρινούς αυτοβιογραφίας του.

Ένα πληγωμένο παιδί ή ένα θύμα για τα δεινά του οποίου πάντα ευθύνεται κάποιος άλλος; Μόνο ο ίδιος το γνωρίζει.

Όπως γνωρίζει πως, παρότι μεγάλωσε πιστεύοντας πως είναι ήδη σπουδαίος, κατέληξε ως ποδοσφαιριστής να είναι απλώς μια cult φιγούρα, ένα -καλώς ή κακώς- αστείο. Τίποτα σπουδαίο. Τίποτα από όσα μπορούσε να γίνει. «Δέθηκα υπερβολικά με τον τρόπο ζωής που συνόδευε τα χρήματα. Θα ήθελα να γυρίσω πίσω στον χρόνο και να χτυπήσω εκείνο το νεαρό παιδί στο κεφάλι με ένα σφυρί, να το κάνω να καταλάβει πόσο σπουδαία ευκαιρία είναι αυτή. Ότι έχει κάτι ξεχωριστό στα χέρια του, κάτι που πρέπει να προσέξει και να προστατεύσει».

Ο Νίκλας Μπέντνερ.

Πηγή: Athletestories