Του Γιάννη Σερέτη
Αυστηρός. Πωρωμένος με την τακτική. Λάτρης της πειθαρχίας. «Κολλημένος» με το 5-3-2. Λάτρευε τους παίκτες – «εργάτες». Σιχαινόταν τους βεντετισμούς. Εβλεπε όλα τα δάχτυλα ίδια κι αυτό ήταν λάθος. Του έβγαινε και σε καλό, όμως, διότι έδωσε ευκαιρίες σε πάρα πολλούς νέους. Εργασιομανής και γερμανολάτρης, απόφοιτος της σχολής της Κολωνίας γαρ. Βασίλης Δανιήλ. Ενας προπονητής ο οποίος εν αντιθέσει με τους «πάμε παλικάρια μου να τους φάμε» πάμπολλους Ελληνες συναδέλφους του στις δεκαετίες των 80’s και των 90’s, είχε περισσότερο ρόλο «δασκάλου». Ηθελε τις ομάδες του «κομπιούτερ», δεν του πολυάρεσε η ατομική πρωτοβουλία. Σε μια εποχή, όμως που το ποδόσφαιρο (ειδικά στην Ελλάδα) βασιζόταν κυρίως στο ταλέντο και τον εγωισμό ενός εκάστου, εκείνος έδινε μεγάλο βάρος στην προετοιμασία, την προπόνηση, την καθοδήγηση, την ανάλυση. Και γι’ αυτό ακριβώς έκανε τη διαφορά συγκριτικά με πολλούς συναδέλφους του στην εποχή του.
Μεγάλο μειονέκτημά του το man management. Η «ψυχολογία» που λένε… γενικά και αόριστα στο ποδόσφαιρο. Κρατούσε αποστάσεις από τους παίκτες. Χωρίς να είναι ο ίδιος ως προσωπικότητα «ψώνιο». Απλώς διότι ήθελε να είναι απόλυτα διακριτοί οι ρόλοι: είπαμε, στη Γερμανία τα σπούδασε τα προπονητικά τα γράμματα. Kαι ο Βασίλης Δανιήλ προτιμούσε, είναι η αλήθεια, το ρόλο του «καθηγητή».
«Αγύριστο κεφάλι» τον αποκαλούσαν πολλοί παίκτες. Και, όντως, ήταν! Μ’ αυτό το «αγύριστο» κεφάλι, όμως, πάρα πολλοί εξ’ αυτών έμαθαν να «διαβάζουν» το παιχνίδι, να παίζουν στο χώρο και να στέκονται στο γήπεδο ως μέλη ομάδας και όχι ως «άτομα». Κι αυτό μπορούν να το επιβεβαιώσουν όχι μόνο παίκτες του Παναθηναϊκού, αλλά και των επαρχιακών ομάδων στις οποίες εργάστηκε. Με ορισμένες εξ’ αυτών, μάλιστα, όπως στον Απόλλωνα Καλαμαριάς, στην Ξάνθη και στον Πανηλειακό έκανε σπουδαία δουλειά! Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι μέχρι να τον εμπιστευτεί ο Γιώργος Βαρδινογιάννης τον Νοέμβριο του 1986 (από τον Απόλλωνα Καλαμαριάς του εμβληματικού Χάρρυ Κλυν!) ο Δανιήλ είχε εργαστεί μόνο σε ομάδες τέτοιου επιπέδου, ενώ μέχρι το τέλος της καριέρας του δεν εργάστηκε ποτέ σε άλλο «μεγάλο» του ελληνικού ποδοσφαίρου!
Μεγαλύτερη επιτυχία του Δανιήλ δεν ήταν το νταμπλ του 1991. Είχε παικταράδες εκείνη την περίοδο ο Παναθηναϊκός, το πρωτάθλημα (με βασικό ανταγωνιστή την ΑΕΚ του Ντούσαν) δεν ήταν δα και επίτευγμα. Μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν η πορεία μέχρι τον προημιτελικό του Kυπέλλου UEFA την περίοδο 1987-1988. Τότε στο Κύπελλο UEFA δεν αγωνίζονταν οι τέταρτοι, οι πέμπτοι και οι έκτοι. Αγωνίζονταν όλοι εκτός από τον έναν και μοναδικό πρωταθλητή κάθε χώρας! Και ο Παναθηναϊκός με τον κυρ Βασίλη στον πάγκο είχε αποκλείσει Οσέρ, Γιουβέντους, Χόνβεντ στη σειρά.

Μόλις 11 μέρες μετά από τον αποκλεισμό των Ούγγρων, ο Παναθηναϊκός τρώει πέντε γκολ στο ΟΑΚΑ από τον φοβερό ΟΦΗ του Γκέραρντ (μεσαία γραμμή με Ισις, Νιόπλια, Παπαβασιλείου, Περσία, επίθεση με Χαραλαμπίδη, Σαμαρά, Βλαστό) κι εκείνο το απόγευμα ουσιαστικά ελήφθη η απόφαση της απόλυσής του που έλαβε χώρα ένα μήνα αργότερα, όταν οι Πράσινοι συμφώνησαν με τον Γκίντερ Μπένγκτσον, ο οποίος μόλις την προηγούμενη σεζόν είχε κατακτήσει το τρόπαιο με την Γκέτεμποργκ! Με τον Μπένγκτσον στον πάγκο οι Πράσινοι δεν τα κατάφεραν στους προημιτελικό εναντίον της Μπριζ του Γιαν Κέλεμανς, του Μαρκ Ντε Γκριζ και των αδελφών Φαν Ντερ Ελστ που δυο χρόνια πριν είχαν κάνει «παπάδες» στο Μουντιάλ του Μεξικού. Ομως ο Δανιήλ είχε την τιμή να παρουσιάσει τον Παναθηναϊκό στη «δοκιμαστική» σεζόν του πρώτου Champions League, τη σεζόν 1991-1992, αποκλείοντας τη Φραμ και την Γκέτεμποργκ. Είχε τέσσερις ισοπαλίες με Σαμπντόρια και Αντερλεχτ κα δυο ήττες από τον Ερυθρό Αστέρα σε όμιλο που αναδείκνυε μόνο έναν νικητή, κι αυτός ήταν η Σαμπντόρια των Βιάλι – Μαντσίνι που είχε χάσει τον τελικό από την οβίδα του Ρόναλντ Κούμαν και την Μπαρτσελόνα του Κρόιφ με αστέρια τον Στόιτσκοφ και τον Λάουντρουπ και αμυντικό χαφ τον Πεπ: ωραίες εποχές!
O Δανιήλ επέστρεψε μετά από έξι χρόνια στον Παναθηναϊκό. Εχασε το πρωτάθλημα του 1998 για τρεις βαθμούς στην εποχή της σκληρής παράγκας, έχασε και τον τελικό του Κυπέλλου στο «Γ. Καραϊσκάκης» από τον Πανιώνιο του Ναλιτζή, του Σαπουντζή, του Κατσαμπή, του Βόκολου, του Φύσσα, του Μάντζιου, του (μπαμπά) Ιωαννίδη και την επόμενη σεζόν συνέδεσε και πάλι το όνομά του με τον Panathinaikos, καθώς ο πάντα απρόβλεπτος «Καπετάνιος» δεν τον απέλυσε μετά την απώλεια του Κυπέλλου στο Φάληρο! Προκρίθηκε επί της Στεάουα, έπαιξε έξι ματς στα ίσια με Ντιναμό Κιέβου, Λανς και Αρσεναλ στο Champions League, και απολύθηκε το Φεβρουάριο του 1999, μετά από το Παναθηναϊκός – ΠΑΟΚ 0-1 με φαουλάρα του Κώστα Φρατζέσκου, στην πρώτη ήττα μετά από 11 σερί νίκες του Τριφυλλιού σε πρωτάθλημα και Κύπελλο.
Στο φινάλε της καριέρας του είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί με όλη την ελίτ του ακμάζοντος τότε ελληνικού ποδοσφαίρου, στην εθνική Ελλάδας, τη διετία 1999-2001, βάζοντας στο παιχνίδι πολλούς από τους μετέπειτα πρωταθλητές Ευρώπης, καθώς διάδοχός του ήταν ο Οτο Ρεχάγκελ. Τους περισσότερους, για να είμαστε ελικρινείς.
Ενας από τους σπουδαιότερους Ελληνες προπονητές, εμβληματικός για τον Παναθηναϊκό όντας ο κορυφαίος σε αριθμό αγώνων (περισσότερους από Μπόμπεκ, Πούσκας, Λάκη Πετρόπουλο), νεωτεριστής με τον δικό του τρόπο στην εποχή του, ο οποίος είναι αλήθεια ποτέ δεν «αγαπήθηκε» από τα media και το ευρύ κοινό έφυγε σήμερα από τη ζωή αφήνοντας πίσω του σπουδαία ποδοσφαιρική ιστορία. Συλλυπητήρια στους οικείους του.
Πηγή: Gazzetta
















