Επιλογή Σελίδας


Του Αντρέα Τσεμπερλίδη

Υπάρχει ένα ρητό στην Κροατία, για μία πόλη και την ομάδα της που ζει για το Košarka. Λένε λοιπόν ότι “ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο και η Ζαντάρ το μπάσκετ”. Και αν έπρεπε να προσωποποιήσουμε το άθλημα στην μικρή αυτή χώρα της Βαλκανικής τότε σίγουρα αυτό θα είχε τη μορφή του Κρέζιμιρ Τσόσιτς. Αν ο Ντράζεν ήταν ο Μότσαρτ, το παιδί θαύμα του τότε γιουγκοσλαβικού μπάσκετ, ο Τσόσιτς ήταν σίγουρα ο Μπετόβεν. Γιατί όπως ο μεγάλος Γερμανός συνθέτης πρωτοπόρησε στη μουσική το ίδιο ακριβώς έπραξε και ο αλησμόνητος “Κρέζο” δείχνοντας πως πρέπει να παίζεται η θέση του σέντερ, την εποχή της κυριαρχίας των ζωντανών ογκόλιθων στα ευρωπαϊκά γήπεδα.


Κατά έναν περίεργο λόγο η καριέρα του Τσόσιτς ήταν γεμάτη από το γαλάζιο χρώμα. Ζαντάρ, Μπρίγκαμ Γιάνγκ και Εθνική Γιουγκοσλαβίας είχαν ως βασικές εμφανίσεις τις γαλάζιες φανέλες. Με μια τέτοια φανέλα στις 28 Νοεμβρίου 1964 ο 16χρονος Κρέζιμιρ έκανε ντεμπούτο στην πρώτη κατηγορία του Γιουγκοσλαβικού πρωταθλήματος. Η Ζαντάρ ήταν μία καλή ομάδα αλλά με την προσθήκη του Τσόσιτς έγιναν πρωταθλητές. Επιτέλους ο σπουδαίος γκαρντ της εποχής, ο Γιόζιπ Τζέρτζα είχε βρει έναν άξιο συμπαραστάτη. Ο πρώτος τίτλος ήρθε το 1965 και θα ακολουθούσαν άλλοι δύο το 67 και το 68. Το 1967 θα έρθει και η κλήση για την εθνική στο πλευρό του Ραντιβόι Κόρατς. Οι “Πλάβι” που είναι η ανερχόμενη δύναμη του παγκοσμιου μπάσκετ θα πάρουν το αργυρό μετάλλιο στο Μουντομπάσκετ της Ουρουγουάης τον Ιούνιο, αλλά στο Ευρωμπάσκετ της ίδιας χρονιάς τον Οκτώβριο (τα παράξενα της FIBA) θα καταλάβουν μόλις την 9η θέση.

Την επόμενη χρονιά ο Τσόσιτς θα κάνει μαγικά πράγματα στο Γιουγκοσλαβικό πρωτάθλημα. Με 22 πόντους και 12 ριμπάουντ μέσο όρο θα δώσει ξανά τον τίτλο στη Ζαντάρ και θα είναι ο κύριος λόγος που το νέο γήπεδο της ομάδας το Janine θα χτιστεί στον χρόνο ρεκόρ των 70 ημερών. Όλη η πόλη ήθελε να απολαύσει τον υπέροχο “Κρέζο”. Δεν έμελλε όμως να έχουν για πολύ αυτή τη χαρά. Το 1968 ο Τσόσιτς σε ένα ματς της Μικτής Ευρώπης θα συναντηθεί με το μεγάλο αστέρι των Φινλανδών, τον Βικο Βάινιου που θα τον προσκαλέσει να ενταχθεί στην κολεγιακή ομάδα των Μορμόνων του Μπρίγκαμ Γιάνγκ. Ο “Κρέζο” δεν θα δεχθεί αμέσως – υπήρχαν άλλωστε και προβλήματα διαδικαστικού χαρακτήρα – αλλά θα το κρατήσει στο πίσω μέρος του μυαλού του και θα παίξει με τους “Πλάβι” στο Ολυμπιακό τουρνουά του 1968. Στο ματς με τους Αμερικανούς θα σταθεί επάξια απέναντι στο μεγάλο αστέρι τους, τον Σπένσερ Χέϊγουντ. Απέδειξε ότι μπορεί να ανταγωνιστεί τους αθλητικούς Αμερικανούς με το πολυδιαστατο παιχνίδι του. Άλλο ένα αργυρό μετάλλιο προστίθεται στη συλλογή του και η ανάδειξη του στην καλύτερη πεντάδα είναι επιστέγασμα των καλών του εμφανίσεων. Η χρονιά που ακολουθεί, σημαδεύεται από τον τραγικό θάνατο του Κόρατς σε τροχαίο. Οι Γιουγκοσλάβοι θα καταφέρουν να ξεπεράσουν τη μεγάλη απώλεια και θα φτάσουν ξανά στον τελικό του Ευρωμπάσκετ της Νάπολι. Το γνωστό εμπόδιο, οι Σοβιετικοί θα τους στερήσουν ξανά το χρυσό μετάλλιο παρόλο που στον αγώνα του πρώτου γύρου με 20 πόντους του Τσόσιτς υποχρέωσαν την “Αρκούδα” στην πρώτη ήττα της μετά απο 14 χρόνια. Με το τέλος του Ευρωπαϊκού και η κατόπιν παρέμβασης του Τιτο, ο “Κρέζο” θα ταξιδέψει στην Γιούτα.

Στα χρόνια του Τσόσιτς οι Κουγκαρς καθιερώθηκαν στις καλύτερες ομάδες της χώρας. Ήταν τόσο καλός που για άλλη μία φορά εξαιτίας του το μπάσκετ έγινε τόσο δημοφιλές και η ομάδα του “υποχρεώθηκε” να φτιάξει νέο γήπεδο. Όπως χαρακτηριστικά λεγόταν “Ο Μαριοτ πλήρωσε για το γήπεδο, ο Τσόσιτς το γέμισε”. Στα τέσσερα χρόνια της παρουσίας του στην πολιτεία των Μορμόνων, ο Κρέζιμιρ ενίσχυσε το ήδη πολύ τεχνικό παιχνίδι του με νέες κινήσεις. Δεν ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που έπαιξε στο ΝCAA αλλά ήταν σίγουρα ο πρώτος με τέτοια επίδραση. Ταυτόχρονα ήρθε κοντά και με τη θρησκεία που ίδρυσε ο Τζοσεφ Σμιθ με συνέπεια να την ασπαστεί και να γίνει ένθερμος υποστηρικτής της. Όταν το 1973 ολοκλήρωσε την κολεγιακή του καριέρα, το ταμείο έγραφε 19 πόντους και 11 ριμπάουντ μέσο όρο καθώς και την τιμή να είναι ο πρώτος Ευρωπαίος που ονομάστηκε All American. Και πιστέψτε με αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο εκείνη την εποχή. Εντυπωσιασμένοι από τις εμφανίσεις του, δύο φορές οι ομάδες του ΝΒΑ θα τον επιλέξουν στον ντραφτ, σε χαμηλά νούμερα είναι η αλήθεια. Δεν ήταν καθόλου η εποχή που οι Αμερικανοί θα εμπιστευόντουσαν έναν Ευρωπαίο έστω και με έν μέρει αμερικανική παιδεία. Πρώτα οι Μπλεϊζερς το 1972 με το νούμερο 144 και κατόπιν οι Λέϊκερς την επόμενη χρονιά με την 84η επιλογή. Τα γνωστά προβλήματα με τον ερασιτεχνισμό και τη FIBA απετρεψαν τον “Κρέζο” από αυτό το τεράστιο βήμα στην καριέρα του. Άλλωστε το να αγωνίζεται με την εθνική ομάδα ήταν για αυτόν η ύψιστη τιμή. Πιστός στρατιώτης, δεν αρνήθηκε ποτέ την ένταξη του σε αυτήν.

Έτσι ήταν εξέχον μέλος και από τα βασικά στελέχη της ανόδου των “Πλάβι” στο μπασκετικό Έβερεστ. Η ανάβαση ξεκίνησε στη Λιουμπλιάνα και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1970. H ομάδα που είχε ως στόχο την κατάκτηση του Μουντομπάσκετ, τα κατάφερε αφού εκμεταλλεύθηκε την έδρα, το περίεργο σύστημα διεξαγωγής και κυρίως τον Τσόσιτς που στον κρίσιμο αγώνα με την ομάδα των ΗΠΑ που ουσιαστικά εξασφαλίσε το χρυσό μετάλλιο υπερίσχυσε του μετέπειτα μέλους του Hall of fame Μπιλ Γουόλτον. Παραδόξως ενώ κατέκτησαν τον κόσμο, δεν είχαν καταφέρει ακόμα να κάνουν το ίδιο και στην Ευρώπη. Η αρχή δεν θα γινόταν ούτε το 71 εκεί που ο Κρέζιμιρ θα προσέθετε άλλο ένα ασημένιο μετάλλιο δίπλα στο βραβείο του ΜVP αλλά η ώρα τους θα έρθει το 1973. Οι χρυσοί Ολυμπιονίκες του Μονάχου Σοβιετικοί (3η θέση οι “Πλάβι) θα πέσουν θύμα μεγάλης έκπληξης στον ημιτελικό με τους Ισπανούς και θα αποκλειστούν από τον τελικό μετά από 8 συνεχόμενα Ευρωμπάσκετ. Οι ” Υπέροχοι τέσσερις” των Γιουγκοσλάβων (Τσόσιτς, Κιτσάνοβιτς, Σλάβνιτς, Νταλιπάγκιτς) θα ανεβάσουν την πατρίδα τους στο πρώτο σκαλί του βάθρου και θα θέσουν τις βάσεις για τη “Χρυσή Δεκαετία”. Ο “Κρέζο” που έχει πια επαναπατριστεί μετά το πέρασμα του από την Αμερική, είναι ο συνδετικός κρίκος της προηγούμενης γενιάς και της επόμενης. Κάθε μεγάλη επιτυχία των “Πλάβι” έχει αυτόν ως σημείο αναφοράς. Τα δύο back to back χρυσά σε Ευρωμπάσκετ (75, 77), το αργυρό του 74 και το χρυσό του 78 στο Μουντομπάσκετ και η δεύτερη θέση στο Ολυμπιακούς του 1976 βρίσκουν τον Τσόσιτς αρχηγό και φύσιν ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας. Δεν παραλείπει όμως να βοηθήσει και την μεγάλη του αγάπη, τη Ζαντάρ που τα χρόνια της απουσίας του πάλευε να αποφύγει τον υποβιβασμό.

Με την επιστροφή του η ομάδα θα κατακτήσει ξανά το πρωτάθλημα και θα το επαναλάβει δύο χρόνια αργότερα. Η εξάρτηση της από τον Τσόσιτς ήταν τόσο μεγάλη που την περίοδο που ο “Κρέζο” υπηρετούσε την υποχρεωτική θητεία στον Γιουγκοσλαβικό στρατό, φλέρταρε ξανά με την επικίνδυνη ζώνη. Θα του χορηγούνται ειδικές άδειες για να μπορέσει να σώσει ξανά την – αγαπημένη ομάδα του Τιτο – Ζαντάρ. Θα παίξει δύο ακόμα χρόνια στη Γιουγκοσλαβία φορώντας τη φανέλα της Ολύμπια Λιουμπλιάνα και το 1978 στην ηλικία των 30 θα φύγει για την Ιταλία κάνοντας χρήση του δικαιώματος των Γιουγκοσλάβων αθλητών να παίξουν στο εξωτερικό αφού έχουν συμπληρώσει τα 28 τους χρόνια. Η Βίρτους Μπολόνια – Σινουντινε το όνομα του χορηγού – θα είναι η τυχερή ομάδα που θα απολαύσει τον καλύτερο ψηλό της Ευρώπης για τις επόμενες δύο σεζόν. Με τη λήξη του συμβολαίου του και αφού κατακτήσει με τη Γιουγκοσλαβία το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στη Μόσχα, θα επιστρέψει στην πατρίδα για τη Τσιμπόνα. Το 81 θα χάσει το πρωτάθλημα στην ισοβαθμία από την Παρτιζάν και στο Ευρωμπάσκετ θα κατακτήσει το τελευταίο μετάλλιο με τους” Πλάβι ” που σαν το πρώτο του, έμελλε να είναι αργυρό. Την επόμενη χρονιά η Τσιμπόνα θα αναδειχθεί πρωταθλήτρια και Κυπελλούχος Ευρώπης αλλά ο ίδιος θα απουσιάζει από το Μουντομπάσκετ της Κολομβίας λόγω τραυματισμού. Πλησιάζει προς τη δύση της καριέρας του και οι τίτλοι τέλους θα πέσουν αμέσως μετά το αποτυχημένο Ευρωπαϊκό της Γαλλίας και την 7η θέση για τους Γιουγκοσλάβους.

Δεν μπορεί να μείνει μακριά από το μπάσκετ και αναλαμβάνει να προπονήσει τη νεανική Γιουγκοπλάστικα. Στα δύο χρόνια της παραμονής του στο Σπλίτ θα καταφέρει να σώσει τους “Zutki” από τον υποβιβασμό αλλά θα είναι και αυτός που θα εισηγηθεί την προώθηση στην πρώτη ομάδα δύο πιτσιρικάδων. Τον Τόνι Κούκοτς και τον Ντίνο Ράτζα. Η Ομοσπονδία θα του αναθέσει το δύσκολο έργο της ανανέωσης της εθνικής. Ο “Κρέζο” θα αποσύρει σταδιακά τους βετεράνους και θα χρίσει ηγέτη τον Ντράζεν. Ταυτόχρονα θα εμπιστευθεί παίχτες από την Ελπίδων όπως ο Ντίβατς, ο Τζόρτζεβιτς και τα δικά του παιδιά Κούκοτς και Ράτζα. Η απειρία του Βλάντε και η εκτέλεση από Σαμπόνις και Βάλτερς θα του κόψουν τον δρόμο προς τον τελικό το 1986 ενώ το 87 θα πέσει θύμα της εκπληκτικής Γαλανόλευκης. Αμέσως μετά θα παραδώσει τα κλειδιά στον Ίβκοβιτς και ο ίδιος θα μετακομίσει ξανά στα γνώριμα λημέρια της Μπολόνια χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Το 1988 ο δρόμος του θα διασταυρωθεί ξανά με αυτόν της ΑΕΚ. Και λέμε ξανά γιατί οι δύο τους γνωρίστηκαν 22 χρόνια πριν, δίνοντας μάχες για την πρόκριση στο ξεχασμένο στα κιτάπια της ιστορίας Φάιναλ φορ της Μπολόνια. Ο “Κρέζο” ήρθε στον Δικέφαλο και έπεσε στα νύχια του Μάκη Ψωμιάδη. Ο “Big Mak” ώς απόλυτος άρχοντας του τμήματος μπάσκετ έκανε ο, τι ήθελε. Πλήρωνε όποτε ήθελε – ακόμα και με μπανάνες – και άφησε την ΑΕΚ χρωστώντας σε όποιον μιλούσε ελληνικά, αγγλικά και όλες τις γλώσσες του κόσμου. Ο Τσόσιτς προσπάθησε σε αυτό το περιβάλλον να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορούσε. Ο Φώτης Κατσικάρης μνημονεύει πάντα τον Κροάτη για τον τρόπο που επηρέασε την προπονητική του φιλοσοφία. Η ΑΕΚ έπαιξε όμορφο μπάσκετ επί εποχής Τσόσιτς αλλά πόσο να αντέξει και αυτός τα καμώματα του Αγαπούλα; Θα φύγει από την ομάδα σαν κυνηγημένος και χαρακτηρισμένος ως “μιζαδόρος” από τον Ψωμιάδη. Η ηθική και η αγνότητα του χαρακτήρα του δεν το αφήνουν να πει κακή κουβέντα για την ομάδα. Δείχνοντας ότι δεν είχε καμία κακία μέσα του, θα προτείνει στην ΑΕΚ την απόκτηση του Ντεγιαν Μποντιρογκα. Αλλά εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε μαντήλι να κλάψουν στην Ένωση και ο “Μποντ” θα καταλήξει στην Ιταλία.

Ο Δικέφαλος ήταν το κύκνειο άσμα της βραχύβειας προπονητικής του καριέρας. Όταν η Κροατία έγινε ανεξάρτητη χώρα, τιμήθηκε με μία θέση στην πρεσβεία της Ουάσιγκτον. Ήταν όμως πολύ αργά για τον “Κρέζο”. Χτυπημένος από ένα είδος καρκίνου του αίματος (Non – Hodgkin Lymphoma) θα μονομαχησει για δύο χρόνια με τον ανίκητο. Η μεγάλη του καρδιά σταμάτησε να χτυπά για πάντα στις 25 Μαΐου 1995. Ήταν μόλις 46 χρονών. Η Κροατία που δύο χρόνια νωρίτερα θρηνουσε για τον Ντράζεν, έκλαιγε ξανά. Αλλά και όλη η Ευρώπη και οι ΗΠΑ τίμησαν τον μπασκετμπολιστά, προπονητή και άνθρωπο Τσόσιτς. Είναι παράξενο αλλά όσοι θυμούνται τον Κρέζιμιρ, τονίζουν πρώτα από όλα την ποιότητα του χαρακτήρα του. Το ήθος του ξεχώριζε απο την εποχή που ήταν ακόμα ενεργός σαν παίχτης. Και τι παίχτης ήταν; Αδικημένος. Απο τα τότε μπασκετικά στερεότυπα που όριζαν ότι με το ύψος του (2.11) έπρεπε να παίξει κοντά στο καλάθι. Αν ο “Κρέζο” είχε γεννηθεί 20 χρόνια αργότερα θα ήταν ο Ντιρκ της εποχής. Ντελικάτος, με δαντελένια πλαστικότητα, πανέξυπνος κοντά στο καλάθι (ο πρώτος Ευρωπαίος που έκανε sky hook και με τα δύο χέρια) και ο πιο “γλυκός” καρπός που εμφανίστηκε ποτέ σε μπασκετμπολιστα του ύψους του (τουλάχιστον μέχρι τον Νοβίτσκι). Ηγέτης στα καλύτερα χρόνια των “Πλάβι”, ένωσε τρεις δεκαετίες γεμάτες διακρίσεις για τους Γιουγκοσλάβους. Με 14 μετάλλια όλων των αποχρώσεων σε μεγάλες διοργανώσεις, είναι δεύτερος στη σχετική λίστα πίσω μόνο από τον Μπελοφ. Ως προπονητής ο απολογισμός του ήταν δύο χάλκινα το 86 και το 87. Ίσως αν άντεχε περισσότερο την πίεση του πάγκου να είχε στο παλμαρε και άλλα μετάλλια. Αλλά η μοίρα είχε διαφορετικά σχέδια. Ο μπασκετικός Παράδεισος άνοιξε τις πύλες του και ο Τσόσιτς τις διέβη εν μέσω τιμών. Τι και αν έφυγε νωρίς; Βιαζόταν γιατί ήξερε ότι τον περίμεναν. Ο Ραντιβόι Κόρατς και ο “Μότσαρτ” ήταν ήδη εκεί. Δε θα μπορούσε να λείπει αυτός, που γεννήθηκε για να γίνει μεγάλος…

Πηγή: Basket Book

Pin It on Pinterest

Shares
Share This
// START Corner ad for Novibet // END Corner ad for Novibet