Επιλογή Σελίδας

 

Του Zastro

Υπάρχει μια εθιμική παράδοση στην Αργεντινή για οποιονδήποτε αποκλίνει από τα τετριμμένα ή παρουσιάζεται «αντισυμβατικός», έστω και για ένα μικρό χρονικό διάστημα, να τον αποκαλούν τρελό. “Loco”.

Ο χαρακτηρισμός είναι πολύ οικείος σε όσους ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, δεν θεωρείται προσβλητικός και υπερβολικός ακόμα και στα μέρη μας, στις όχθες του Ρίο ντε λα Πλάτα όμως λαμβάνει μυθικές διαστάσεις.

Γιατί ο θρύλος λέει ότι τα ασημένια νερά του ποταμού είναι γεμάτα τρελούς. Ποδοσφαιριστές, προπονητές, ακόμα και αρχηγοί της εξέδρας.

Ένας ολόκληρος στρατός «τρελών», μια ορδή αντισυμβατικών τύπων που επιμένουν να πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα.

Κι έπειτα υπάρχει εκείνος. Ο μάγος της φυλής, ο αρχηγός των τρελών, αυτός που ενσωματώνει όλα τα χαρακτηριστικά και τις πτυχές μιας εντελώς διαφορετικής τρέλας εντός κι εκτός ποδοσφαιρικού πλαισίου.

Ο Μαρσέλο Μπιέλσα δεν είναι ένας απλός “Loco”, όπως αρέσκεται όλος ο υπόλοιπος κόσμος να τον αποκαλεί.

Δεν θεωρώ ότι του ταιριάζει ο χαρακτηρισμός, δεν αποδίδει το φαινόμενο στην ολότητά του, περιορίζει τον μύθο του στις εκρήξεις και τις συμπεριφορές και μέσα στον κυκεώνα των σταθμών της καριέρας του χάνονται οι γέφυρες της δημιουργικότητας, της λατρείας και της αυτολατρείας, της δύναμης της θέλησης και του θάρρους που ακουμπάει στο θράσος, της στυγνότητας και της αδιαλλακτικότητας.

«Η επιτυχία στρεβλώνει. Μας χαλαρώνει, μας εξαπατά, μας κάνει να ερωτευτούμε τον εαυτό μας. Η αποτυχία από την άλλη διαμορφώνει χαρακτήρες, μας κάνει πιο σταθερούς, χαλυβδώνει τη θέληση και μας οδηγεί στη συνέπεια. Αγωνίζομαι για να επικρατήσω, προετοιμάζομαι για να νικήσω αντιπάλους και φοβίες, αλλά εάν παρεκκλίνω από τον πραγματικό στόχο που είναι η διαμόρφωση χαρακτήρων και κυνηγάω μόνο την εφήμερη επιτυχία, τότε είναι σίγουρο ότι έχω διαπράξει το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής μου».

Τα παραπάνω λόγια θα μπορούσαν να αποτελούν κάλλιστα απόσταγμα σοφίας του Οσβάλντο Σοριάνο, να είναι σκόρπιες σκέψεις του Εδουάρδο Γκαλεάνο ή σημειώσεις του Νίτσε μιας και αναφέρθηκε εμμέσως πιο πριν.

Σε κάθε περίπτωση, είναι άβολα λόγια μιας αντισυμβατικής προσωπικότητας, έτοιμης να συγκρουστεί με το περιβάλλον θερμοκηπίου που την προστατεύει.

Είναι σκέψεις που υποδηλώνουν τη βαθιά εσωτερικότητα του κατά τα άλλα εξωστρεφούς Μαρσέλο Μπιέλσα, του προπονητή που όλοι αγαπούν για τις εκρήξεις του, λησμονώντας ότι επί της ουσίας πρόκειται για έναν ερημίτη των πάγκων που κυνηγάει μια ουτοπία στο El Dorado της ποδοσφαιρικής τακτικής.

Ένας υπηρέτης του δόγματος divide et impera, του διαίρει και βασίλευε επί το ελληνικότερον.

Οι ρομαντικοί του ποδοσφαίρου τον λατρεύουν, εκείνοι που το θεωρούν βιομηχανικό προϊόν τον θεωρούν οπισθοδρομικό, σχεδόν τον οικτίρουν για την υπερρεαλιστική του προσέγγιση.

Όλοι όμως παραδέχονται ότι έχουμε να κάνουμε με μια διαχρονική φιγούρα, η οποία -μετά από δεκαετίες στο χώρο- έχει αφήσει το στίγμα της και ακόμη κι αν θεωρείται cult, αγγίζει επίπεδα τεράστιων ιστορικών μορφών του σπορ.

Τον Μπιέλσα δεν γίνεται να τον «διαβάσεις» και να μην τον λατρέψεις.

Δεν είναι μια μονοσήμαντη προσωπικότητα, συμπαρασύρει μαζί της ένα μίγμα απαράμιλλης τακτικής σοφίας, ανθεκτικότητας στον αδηφάγο κόσμο των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της βιομηχανοποίησης, είναι ένας κρυμμένος ήρωας στην υπηρεσία του αθλητικού ρομαντισμού.

Όπως οι ήρωες του Γκαίτε, είναι ο μοναχικός επαναστάτης που περήφανος για την πνευματική του ανωτερότητα, τη δύναμη και την περιφρόνησή του για μετριότητα, αντιμάχεται κάθε μορφή εξουσίας και πορεύεται πάντα στο όριο για να επιβεβαιώσει την ελευθερία του και να αναδείξει την εξαιρετική του ατομικότητα.

Με κίνδυνο πάντοτε να γίνει θύμα της ίδιας του της ανωτερότητας και να εξοστρακιστεί από το ίδιο του το περιβάλλον.

Για αυτό, έχει πολλάκις παρεξηγηθεί και αποκλειστεί από το ποδόσφαιρο που «μετράει». Γιατί, σε έναν κόσμο φανταχτερό, επιμένει να είναι ντεμοντέ.

Όχι «κλασσικός» όπως τον λογίζουμε οι οπαδοί του, αλλά ξεπερασμένος, εκκεντρικός, χαμένος στις χαώδεις ιδέες του για το ποδόσφαιρο, όπως το αντιλαμβάνεται ο ίδιος.

Ο τόπος που γεννήθηκε εκφράζει το διαφορετικό, του προσέδωσε τη φλέβα του ξεχωριστού που αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της ταραχώδους καριέρας του. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ροζάριο.

Την πόλη του Τσε, του “el Flaco” Μενότι, του Λέο Μέσσι, του Λούσιο Φοντάνα. Το εφαλτήριό του, το Ροζάριο στέκει στην αντίθετη όχθη από τη θορυβώδη και μητροπολιτική πρωτεύουσα της Αργεντινής.

Είναι μια πόλη κοσμοπολίτικη, με μια αύρα μποέμ, που γεννά ξεχωριστές και αντιφατικές προσωπικότητες. Όλα εκεί ξεκίνησαν, στο Ροζάριο.

Ο Μαρσέλο είναι γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας. Διαγράψτε απ’ το μυαλό σας δακρύβρεχτες ιστορίες με παραπήγματα, favelas ή για την ακρίβεια villeros, όπως τις αποκαλούν στην Αργεντινή.

Δεν έπαιζε ποδόσφαιρο με αυτοσχέδιες μπάλες από χαρτόνια, δεν έτρωγε φλοίδες από μπανάνες για να ξεγελάσει την πείνα του, δεν άνηκε σε συμμορία για να αποκτήσει σεβασμό στη γειτονιά. Οικογένεια νομικών, με παράδοση και στον δικαστικό και στο δικηγορικό κλάδο, γεγονός που από μόνο του γεννούσε αντεγκλήσεις, αντιφάσεις και αντιπάθειες.

Σε περιοχές που το «λαϊκό» ποδόσφαιρο είναι θρησκεία, το να είσαι γόνος μεγαλοαστών είναι από μόνο του προβληματικό και έχει διττή ανάγνωση. Στο δρόμο σε απορρίπτουν με την ίδια ευκολία που πίσω στο σπίτι απορρίπτεται και το ποδόσφαιρο.

Πιτσιρικάς, στις αλάνες της γειτονιάς είναι ο “señorino Marcelo”, ο γόνος της καλής και πλούσιας οικογένειας που σκοτώνει την ώρα του παίζοντας ποδόσφαιρο με παιδιά χαμηλότερων τάξεων.

Για κανένα από τα παιδιά που έπαιζαν μαζί του, δεν υπήρχε περίπτωση αυτός ο τύπος να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο.

Κι όμως, δεν υπήρχε πιο λάθος και κοντόφθαλμη ανάγνωση απ’ αυτήν. Ο Μαρσέλο ποτέ του δεν έκανε το προφανές, ουδέποτε ακολούθησε την πεπατημένη.

Από μόνος του, ήθελε να παίζει στην άμυνα, ήταν σχεδόν εμμονικός με τους τρόπους προστασίας της ομάδας, ακόμα κι όταν επρόκειτο για ένα φιλικό διπλό στην αλάνα.

Αντιμετώπιζε την άμυνα σαν πρόκληση, θεωρούσε ότι αυτή είναι η καρδιά μιας οργανωμένης ομάδας. Άπλωνε στο νου του το γήπεδο σαν σκακιέρα, προσπαθούσε να μετρήσει τις κινήσεις του αντιπάλου, να προβλέψει τις επόμενες κινήσεις για να τον εξαϋλώσει σιγά-σιγά και με χειρουργική ακρίβεια.

Είναι ένας μανιακός, ένας στυγνός υπολογιστής, αλλά -την ίδια στιγμή- μάχεται με το dna μέσα του. Δεν γίνεται ένας Αργεντίνος να περιορίζεται μόνο στο πίσω μέρος της σκακιέρας.

Αυτό τελικά είναι και το χαρακτηριστικό που τον έκανε να ξεχωρίσει σε σχέση με τους υπόλοιπου επιστήμονες των πάγκων. Δεν έγινε όπως ο άκαμπτος και αυστηρός Λομπανόφσκι που παρήγαγε ποδόσφαιρο διά των προϋπολογισμένων ασκήσεων, δεν είναι μονοθεματικός και ταγός της ελευθεριότητας του ταλέντου, όπως ο Κρόιφ.

Ο Μπιέλσα έγινε ο «ελαττωματικός» τύπος από τη Σάντα Φε, που συνέδεσε την αισθητική προσέγγιση του τόπου του με την χρηστική και επιστημονική πλευρά του παιχνιδιού. Ένα θανατηφόρο crossover με εκρήξεις πάθους και στα δυο μέρη του τερέν.

«Τάσσομαι υπέρ ενός πιο επιθετικού και λιγότερο ασθενικού ποδοσφαίρου και στην άμυνα και στην επίθεση, επειδή είμαι ανήσυχος από τη φύση μου και επειδή είμαι Αργεντίνος», λέει αφοπλιστικά ο ίδιος.

Και ξέρεις τι εννοεί, αρκεί να έχεις επαφή με την κουλτούρα μιας χώρας που ζει με το πάθος και το εξωτερικεύει σε κάθε μορφή τέχνης, όσο αντιφατική κι αν είναι. Και στο τανγκό και στο ποδόσφαιρο.

Δυο μορφές τέχνης φαινομενικά ξένες μεταξύ τους, οι οποίες ωστόσο αναμειγνύονται με μαγικό τρόπο στο χορό του Ντιέγκο φερειπείν στο παιχνίδι με την Αγγλία στο Μουντιάλ του ’86 ή στο έργο τέχνης εναντίον της Εθνικής μας στις ΗΠΑ το 1994.

Αυτήν την τέχνη υπηρετεί ο Μπιέλσα κι ας είναι δυσνόητη αρκετές φορές από ειδικούς και μη.

Το έργο του προσομοιάζει και είναι συγκρίσιμο με το έργο του σημαντικότερου εκπροσώπου της τέχνης του χώρου, του συμπατριώτη του Λούσιο Φοντάνα, του πρώτου που εισήγαγε τους εγχάρακτους πίνακες και μια νέα αντίληψη λειτουργίας του χώρου, που δεν νοείτο με νατουραλιστικό ή ευκλείδειο τρόπο, αλλά ως αφηρημένη έννοια άσχετη με την γύρω πραγματικότητα.

Κι όπως ο Φοντάνα έδινε ζωή στον καμβά σε μια τρισδιάστατη μορφή που στόχευε στην υπέρβαση της κλασσικής αντίληψης, έτσι κι ο Μπιέλσα ήταν ο προάγγελος ενός νέου οράματος στο ποδόσφαιρο.

Στα 17 του, μετά από έναν πολύ έντονο τσακωμό με τον πατέρα του, φεύγει από το σπίτι και αποφασίζει να μείνει μόνιμα σε έναν ξενώνα που χρησιμοποιούσε η Νιούελς για τα παιδιά των ακαδημιών της.

Απ’ έξω, παρκαρισμένη η αγαπημένη του Zanella των 50 κυβικών, η μοτοσικλέτα που δεν αποχωριζόταν ποτέ. Έτσι ξεκίνησε την περιδίνησή του στο ποδόσφαιρο.

Σήμερα, θα το λέγαμε «καπρίτσιο», για τον Μπιέλσα ήταν επιλογή. Με την παρόρμηση των μόλις 17 ετών της ηλικίας, αλλά συνειδητή επιλογή. Αποφάσισε να φύγει από το σπίτι και να μετατρέψει εαυτόν σε ισοβίτη του ποδοσφαίρου.

Σε εκείνον τον ξενώνα, είχε τον χρόνο και την ηρεμία να διαβάσει και να «ρουφήξει» όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσε από τις δυο κεντρικές φιγούρες του ποδοσφαίρου στην Αργεντινή.

Ο Λουίς Σέζαρ Μενότι και ο Κάρλος Μπιλάρδο ήταν το yin και το yang του τακτικού σύμπαντος της χώρας και η αντίθεση μοιραία δημιούργησε την έλξη στον Μαρσέλο: «Ήθελα τόσο πολύ να διαβάζω για τον Μενότι και τον Μπιλάρδο που ξόδευα όλα μου τα λεφτά, αγοράζοντας κάθε μέρα και τις 12 εφημερίδες στο Ροζάριο. Κάποια στιγμή όταν ξέμεινα, πήγα κι έπιασα δουλειά σε ένα εφημεριδοπωλείο στο κέντρο, μόνο και μόνο για να διαβάζω γι’ αυτούς τους δυο. Είχε γίνει πια εθισμός».

Αυτή η προσήλωσή του στο ποδόσφαιρο και η άρνηση να ακολουθήσει τον έτοιμο και στρωμένο δρόμο από το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν και η αιτία εκείνου του έντονου τσακωμού με τον πατέρα του.

Έγινε ποδοσφαιριστής, με τον πατέρα του δεν ξαναμίλησαν για δεκαετίες, απομονώθηκε στην καριέρα του και περήφανα περίμενε να ψάξει ο πατέρας του τη «συγνώμη», να μην την ξεστομίσει ο ίδιος ποτέ.

Σκεφτόταν πολύ, ειδικά στα ταξίδια σε κάθε πιθανό και απίθανο μέρος της Αργεντινής που πήγαινε να παίξει ποδόσφαιρο, σε εκείνα τα χιλιάδες χιλιόμετρα, διαμόρφωνε τις ιδέες στο μυαλό του.

Ποτέ δεν ήταν μόνο θεωρητικός, δεν υπήρχε περίπτωση να αρκεστεί στο διάβασμα ή την ακαδημαϊκή προσέγγιση στο ποδόσφαιρο.

Ήθελε να νιώθει το ξερό χορτάρι στα πόδια του, να μιλάει στους πιτσιρικάδες ως μέντορας, να προτείνει τρελά τακτικά πλάνα, βασισμένα σε θεωρίες χώρου στους προπονητές του.

Στην ουσία, από ποδοσφαιριστής, έψαχνε να βρει τους Πυγμαλίωνές του για να γίνει προπονητής.

Στα 32, δεν άντεχε άλλο τη φανέλα και το σορτσάκι. Σταμάτησε και ξεκίνησε ένα ταξίδι αντάξιο με «Τα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας» του Γκεβάρα και του Γρανάδο.

Μόνο που στη θέση της Poderosa, εκείνος είχε ένα σπαρτιάτικο παλιό Fiat 147. Αυτή είναι η πιο σημαντική καμπή της ζωής του.

Το 1987 που σταμάτησε, η Αργεντινή ήταν Πρωταθλήτρια Κόσμου και είχε πετάξει από πάνω της και το τελευταίο ίχνος από τα απομεινάρια της δικτατορίας του Βιδέλα.

Ο Μαρσέλο σχεδίασε το μονοπάτι στο μυαλό του, πήρε το Fiat και δεν ξανακοίταξε πίσω. Έκανε 24 χιλιάδες χιλιόμετρα σε τρία χρόνια με εκείνο το Fiat, πήγε σε κάθε πιθανό και απίθανο γηπεδάκι της επαρχίας, σταματούσε στο δρόμο όταν, έβλεπε παιδιά να παίζουν ποδόσφαιρο.

«Πού είναι οι γονείς σου; Είμαι ο προπονητής ακαδημιών της Νιούελς Ολντ Μπόις και θέλω να έρθεις στο Ροζάριο να μάθεις ποδόσφαιρο», ήταν η μόνιμη επωδός του όταν είχε τη διαίσθηση ότι κάποιο παιδί έχει ταλέντο.

Αυτά τα 24 χιλιάδες χιλιόμετρα κρύβουν δεκάδες ανέκδοτες ιστορίες μέσα τους, κάποιες τις έχει διηγηθεί, κάποιες άλλες όχι. Είναι αδύνατον να μεταφερθούν όλες, αξίζει όμως ο κόπος να σταχυολογήσει κανείς μια-δυο.

Η πρώτη είναι όταν ο Μαρσέλο αντίκρυσε στην Avellaneda, ένα μικρό και αδέξιο αγόρι, λίγο ντροπαλό, με μια μακριά καστανή φράντζα να του κρύβει τα μπλε μάτια.

Μικρός, ταλαντούχος, ντροπαλός, ποδοσφαιρικά εύπλαστος, ο μικρός κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον του Loco, κέρδισε την εμπιστοσύνη του και λίγο πριν τα 16 κατέληξε στη ακαδημίες της Νιούελς.

Το ντροπαλό αγόρι το έλεγαν Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα.

«Με πηγαινοέφερνε με εκείνο το Fiat στο σπίτι κάθε φορά που καταλάβαινε ότι μού έλειπε το σπίτι μου.

Θυμάμαι μου άρεσαν πολύ τα γλυκά τότε, τρελαινόμουν για σοκολάτα όπως όλοι οι έφηβοι, αλλά ο Μαρσέλο με είχε σε αυστηρή δίαιτα.

Μέχρι να φτάσω στο επιθυμητό βάρος, δεν είχα ακουμπήσει σοκολάτα, δεν έτρωγα ούτε τα μπισκότα της μάνας μου.

Όταν τελείωσα τη δίαιτα, με κάλεσε στο γραφείο του που ήταν κάτω από την εξέδρα. Έξω γινόταν χαμός, η πρώτη ομάδα είχε αγώνα σε λίγες ώρες και ο κόσμος είχε ξεκινήσει να γεμίζει το γήπεδο.

Άνοιξε το συρτάρι του και έβγαλε ένα κουτί με alfajores. Μου έκανε δώρο ένα κουτί με το αγαπημένο μου γλύκισμα, εκείνη τη χειρονομία δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Μου στάθηκε σαν πατέρας, ήταν ο πρώτος πραγματικός προπονητής μου, πιο πολύ όμως ήταν παιδαγωγός και μου δίδαξε πολλά πράγματα πέρα από το ποδόσφαιρο».

Στα λόγια του Μπατιστούτα κρύβεται η φιλοσοφία «μαστίγιο – καρότο» του Μπιέλσα. Χάρη σε αυτό το βαθύτατα πατερναλιστικό μοντέλο διαπαιδαγώγησης, η Αργεντινή θαύμασε τον καλύτερο, ίσως, σέντερ φορ όλων των εποχών.

Κι αν η ιστορία του Μπατι-γκολ είναι ρομαντική και διδακτική, η δεύτερη ανέκδοτη ιστορία είναι λίγο πιο κινηματογραφική.

Είναι Ιούνιος μήνας και ο Μπιέλσα έχει δεχτεί ένα τηλεφώνημα για έναν 15χρονο που «πρέπει οπωσδήποτε να δει».

Βαθιά νύχτα και ένα Fiat 147 μουγγρίζει ανεβαίνοντας νευρικά και αγχωμένα την pampa, κατά μήκος του ποταμού Paranà. Ο προορισμός είναι το Murphy, μια μικρή πόλη στο Santa Fe.

Ο Μαρσέλο οδηγεί όλη νύχτα με μοναδική συντροφιά τους προβολείς από το 147. Θα μπορούσε να είναι opening scene στο Lost Highway του David Lynch, κι όμως είναι ένας προπονητής ακαδημιών που ψάχνει εναγωνίως να βρει τα κατάλληλα υλικά για να χαράξει στον καμβά το τακτοποιημένο χάος στο μυαλό του.

Ιδρωμένος και κατάκοπος από την ολονύκτια οδήγηση, ο Μπιέλσα καταφθάνει στο σπίτι της οικογένειας του μικρού και χτυπάει την πόρτα, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι δεν έχει ακόμα ξημερώσει.

Η μάνα του 15χρονου στην αρχή τρομάζει, δεν ανοίγει, το μυαλό της πηγαίνει στο κακό, σε κλέφτες, σε απόπειρα ληστείας.

Ο Loco την πείθει, μετά κόπων και βασάνων, ότι είναι προπονητής και ταξίδεψε όλη νύχτα απλώς για να δει και να μιλήσει με τον γιο της.

Η γυναίκα πείθεται και ανοίγει όταν ακούει ότι ο τρελός τύπος έξω από την πόρτα της δεν πρόκειται να φύγει αν δεν δει τον μικρό. Το κουδούνι του σπιτιού στο Murphy έγραφε “Pocchettino” και έναν χρόνο αργότερα, ο γιος της τρομοκρατημένης γυναίκας, ο Μαουρίτσιο, ξεκινούσε βασικός στα 16 στην Νιούελς του Μαρσέλο Μπιέλσα.

Αυτές οι δυο ιστορίες είναι ο Μαρσέλο Μπιέλσα. Αυτές οι δυο ιστορίες παρουσιάζουν εύγλωττα και το πατερναλιστικό και το ανεξέλεγκτα επαναστατικό modus vivendi et operandi ενός τύπου που, χάρη στην ακόρεστη και ασύμμετρη δουλειά του, κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα απίστευτο προσωπικό δίκτυο scouting με χιλιάδες δεδομένα και εκατοντάδες εμπλεκόμενους χαρακτήρες.

Από το υποτροπικό κλίμα του Chaco μέχρι τον παγετό της Παταγονίας, ο Μπιέλσα έφερε εις πέρας μια τιτάνια προσωπική αυτό-αποστολή, με μοναδικό σύμμαχο ένα ημιδιαλυμένο πια Fiat 147 και ένα πιστό συνεργάτη, τον Χοσέ Πέκερμαν, ένα όνομα που οι λάτρεις του αργεντίνικου ποδοσφαίρου γνωρίζουν επίσης πάρα πολύ καλά.

Σύμφωνοι, θα πει κανείς, επική φιγούρα ο Μπιέλσα, τρομερή η δουλειά με το δίκτυο scouting, ωραίες οι ιστορίες με το φιατάκι και το παρ’ ολίγον εγκεφαλικό της μαμάς Ποτσετίνο, αλλά από ποδόσφαιρο -πραγματικό, απτό ποδόσφαιρο- τί έγινε;

Νιούελς με Μπατιστούτα, Μπάλμπο, Χάιντσε, Σενσίνι, η λίστα είναι πραγματικά πολύ μεγάλη. Αυτό έγινε.

Κι όταν, το 1990, πήρε για πρώτη φορά την ανδρική ομάδα, επειδή με τη Νέων δεν υπήρχε κάτι άλλο για να (ξανα)κατακτήσει, ο Μπιέλσα πήρε μαζί και 10 (ολογράφως δέκα) παιδιά από τις ακαδημίες.

Όχι για να ρίξει το μέσο όρο ηλικίας ή για να αρέσει στους οπαδούς και στον πρόεδρο. Επειδή μόνο αυτά τα παιδιά ήταν σε θέση να υπηρετήσουν απόλυτα το δόγμα του, επειδή μόνο εκείνα τα παιδιά μπορούσαν να συνθέσουν τον τυφώνα της τακτοποίησης του χάους.

Πράγματι, η εποχή του στη Νιούελς μοιάζει με ανεμοστρόβιλο που περνά και διαλύει Μπόκα, Ρίβερ, Ροζάριο Σεντράλ, όλες τις μέχρι τότε σταθερές του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Πρώτη σεζόν – πρωτάθλημα.

Είναι ήδη γκουρού, παίκτες και οπαδοί τον σηκώνουν στα χέρια και αναφωνούν Newell’s Carajo! Μην ψάξετε τη λέξη στα λεξικά, δεν υπάρχει με τη σημασία που ειπώθηκε.

Τη βρίσκεις μόνο στο γλωσσάρι των ντόπιων ναυτικών, στα μέρη μας είναι εκείνος που κάθεται στην «κόφα», την ξύλινη πλατφόρμα που τοποθετείται οριζόντια στην κορυφή του ψηλότερου άξονα των καταρτιών.

Εκεί έστεκε ο Μαρσέλο από την πρώτη του κιόλας σεζόν στην πρώτη ομάδα: στο ψηλότερο κατάρτι να οδηγεί από κάτω το πλήρωμα.

Και το προσωνύμιο δεν βγήκε λόγω του τίτλου. Κι άλλοι έχουν κερδίσει τίτλο. Το προσωνύμιο ήταν για το ποδοσφαιρικό θέαμα που προκάλεσε σοκ.

Ούτε στην Αργεντινή, ούτε στον κόσμο ολόκληρο δεν είχαν ξαναδεί ομάδα τόσο επιθετική, να παίζει κάθετο ποδόσφαιρο μέχρι παροξυσμού, να αναζητά εμμονικά το παιχνίδι στον κενό χώρο, να τρέχει και να πιέζει σε κάθε εκατοστό του γηπέδου δίχως να υπάρχει αύριο.

Η δύναμη με την οποία έπεφταν πάνω στη μπάλα οι παίκτες του ήταν ακραία, η θέληση υπεράνθρωπη. Παίκτες να αγωνίζονται με πόνους αλλά να αδιαφορούν, ματωμένοι με σκισμένη φανέλα να μην θέλουν να βγουν για να μην μείνει ακάλυπτος «ο χώρος», να κυλιούνται στη λάσπη και να σκυλιάζουν για ένα πλάγιο άουτ.

Το ποδόσφαιρο έζησε τη «Μπιελσανή Επανάστασή» του.

Κενοί χώροι, συνεχές pressing με έξι (και περισσότερους) παίκτες στο μισό του αντιπάλου (!), ελάχιστες επαφές με τη μπάλα, αδιάκοπη πίεση και κόντρα πίεση, ατομικά δίδυμα συνεργασίας σε ξεχωριστούς τομείς του γηπέδου, ένα rollercoaster που προκαλεί ζάλη στον αντίπαλο, ενισχύει τους καλλιτέχνες κι εκείνους που «της μιλάνε» στο χορτάρι, αλλά ταυτόχρονα αποστραγγίζει τους πάντες και τα πάντα.

Αιωρείται κάτι το «αμφεταμινικό», όταν αντιληφθεί κανείς την τακτική σύλληψη του Μπιέλσα. Είναι σαν μια φουτουριστική μηχανή υψηλής τεχνολογίας που πετάει σπινθήρες, επειδή δουλεύει μόνιμα στην υψηλότερη δυνατή ένταση, μια επιστροφή στο παρελθόν κρυμμένη μέσα στο μέλλον.

Σε λιγότερο από δυο χρόνια, αυτή η φουτουριστική ποδοσφαιρική μηχανή της μπιελσανής επανάστασης έχει κάνει το αδιανόητο και βρίσκεται στον τελικό του Λιμπερταδόρες. Απέναντι είναι η Σάο Πάολο του Καφού.

Ο πρώτος τελικός στο Ροζάριο ολοκληρώνεται με το ισχνό 1-0 και στη ρεβάνς οι Βραζιλιάνοι που έχουν ξεπεράσει το αρχικό σοκ, νικούν με το ίδιο σκορ και οδηγούν το παιχνίδι στα πέναλτι.

Είναι η μοναδική ποδοσφαιρική διαδικασία που παραμένει μαύρη τρύπα για τον Μαρσέλο Μπιέλσα, το μοναδικό κομμάτι του παιχνιδιού που, όντας ήδη μεταφυσικό αφ’ εαυτού, βραχυκυκλώνει το είναι του. Η Νιούελς χάνει το τρόπαιο και θα περίμενε κανείς να καταρρεύσει.

Απεναντίας, το come back στο πρωτάθλημα είναι πιο εκκωφαντικό από ποτέ. Δεύτερο συνεχόμενο πρωτάθλημα, ακόμα περισσότερη ένταση από τα παιδιά του.

Είναι τόσο εκρηκτικό εκείνο το πρωτάθλημα που, λίγα χρόνια αργότερα, ο Μαρσέλο γίνεται ο πρώτος εν ζωή και εν ενεργεία προπονητής με γήπεδο στο όνομά του.

Το El Coloso del Parque ήταν το όνομα του γηπέδου της Νιούελς μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου του 2009. Έκτοτε είναι το Estadio Marcelo A. Bielsa και θα είχε πάρει το όνομά του πολύ νωρίτερα, εάν δεν υπήρχε στη μέση η μεγαλύτερη αποτυχία της καριέρας του, η πληγή που δεν θα κλείσει ποτέ. Η Selección.

Ανέλαβε την εθνική Αργεντινής κατόπιν ακατανόητων επιλογών – όπως πάντα – κόντρα στο ρεύμα. Μετά το θαύμα της Νιούελς, επέλεξε να πάει στο Μεξικό, προπόνησε πρώτα την Άτλας και μετά την Αμέρικα.

Ράφα Μάρκεζ, Πάρντο, Μποργκέτι, ενδεικτικά μερικά από τα ταλέντα που εξέλιξε και στο Μεξικό. Βρέθηκε στο φυσικό του περιβάλλον, οργάνωσε και πέρασε από κόσκινο λίστες με 11 χιλιάδες νεαρά ταλέντα, υπήρξε ο πιονέρος της άνθισης και της ανάπτυξης του μεξικάνικου ποδοσφαίρου.

Όταν ένιωσε ότι ολοκλήρωσε ό,τι ήταν να κάνει (δηλαδή να εξαντλήσει τις λίστες των 11 χιλιάδων ταλέντων), επέστρεψε στην Αργεντινή για τη Βελέζ Σάρσφιλντ.

Clausura με το καλημέρα κι εκεί και έρχεται η πρόταση της Εσπανιόλ για το πρώτο ευρωπαϊκό project της καριέρας του. Συμφωνεί, μετακομίζει και ξεκινάει να δουλεύει.

Όμως όχι.

Με το που χτυπάει το τηλέφωνό του και δέχεται την κλήση από την εθνική Αργεντινής, παραιτείται και επικεντρώνεται στην εδραίωση του οράματός του στον ύψιστο ρόλο που στο μυαλό του θα μπορούσε να του ανατεθεί.

Ακροβατώντας μεταξύ ουτοπίας και τακτικού φουτουρισμού, λανσάρει στην εθνική μια πρωτοεμφανιζόμενη διάταξη 3-3-3-1, εναλλασσόμενη με μια ακόμα πιο επιθετική και γεμάτη άγνοια κινδύνου προσέγγιση: 3-3-1-3.

Η Αργεντινή ζει τη νιρβάνα της, πλέει σε πελάγη ευτυχίας και για πρώτη φορά νιώθει μια αίσθηση ανωτερότητας.

Η εθνική, μετά τον Μενότι, ανέκαθεν υιοθετούσε κομμάτια της φιλοσοφίας του Μπιλάρδο. Ισορροπία, αμυντική προσήλωση, μια ομάδα που ακόμα και το ’86 και το ’90 που είχε στις τάξεις της τον καλύτερο ποδοσφαιριστή στην ιστορία, φρόντιζε πάντα να διαφυλάττει τα νώτα της και να «κλέβει» ματς.

Ακόμα κι ο μυθικός Πασσαρέλα είχε αλλάξει ελάχιστα αυτή τη φιλοσοφία, «προσέχοντας πίσω», όπως συνηθίσαμε να λέμε για τις ομάδες που παίζουν άμυνα και περιμένουν.

Για να είμαι δίκαιος, ο Μπαζίλε ήταν πιο τολμηρός, κατέκτησε τα δυο Copa América, πρόσφερε μια αναλαμπή, με κατά διαστήματα εκθαμβωτικό ποδόσφαιρο το ’94, αλλά τράκαρε στον ύφαλο της υπόθεσης και τιμωρίας του Ντιέγκο.

Το δόγμα Μπιέλσα συνεπώς, αντιμετωπίστηκε σαν ένα θέσφατο που επιστρέφει για να εφαρμοστεί στον τόπο του και έχει σύμμαχο τη συγκυρία μιας τρομακτικής φουρνιάς παικτών που θα επιτρέψουν στη χώρα ολόκληρη να εγκαθιδρύσει τη δική της βασιλεία στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

Είναι γεγονός, ότι τέτοια γενιά παικτών, η Αργεντινή είχε δει τουλάχιστον είκοσι χρόνια.

Ο Μπιέλσα αυτοπαγιδεύεται στο δόγμα του, απομονώνεται από την πραγματικότητα και έχει στο νου του μονάχα την εφαρμογή της τακτικής του ουτοπίας.

Μια αμυντική γραμμή με τρία στόπερ (Ποτσετίνο – Σάμουελ – Πλασέντε) που εγγυώνται κάλυψη στο βάθος και επιθετικότητα για ανάκτηση της μπάλας, με τους δυο να έχουν επωμιστεί το μαρκάρισμα και τον τρίτο πιο ελεύθερο, να βγάζει σωστά την πρώτη πάσα.

Κανένας ακραίος να καλύπτει, ουδεμία προστασία. Μπροστά στην αμυντική τριάδα, νέα τριάδα με τον έναν χαφ (Σιμεόνε) να καλύπτει μανιωδώς τους άλλους δυο (Ζανέτι και Σορίν) που ξεκινούν σαν «εσωτερικοί» αλλά τραβιούνται και στο πλάι όταν το παιχνίδι πρέπει να ξεμπλοκαριστεί γρήγορα και κάθετα.

Και εδώ ξεκινάει η μπιελσανή επανάσταση: ένας μόνος κεντρικός (συνήθως ο Αϊμάρ, κάποια στιγμή και ο Βερόν), το «δεκάρι», μονίμως στο ένα τρίτο του γηπέδου.

Ουσιαστικά είναι ο δημιουργός του επιθετικού παιχνιδιού, με ελευθερία κινήσεων και την τεράστια ευθύνη να συνδέει την πίσω τριάδα των χαφ με την τριάδα των επιθετικών που επίσης δεν είναι η κλασσική τριάδα που ξέρουμε.

Οι δυο ακραίοι επιθετικοί (Κλάουντιο Λόπεζ και Ορτέγκα) πρέπει να ανταποκρίνονται με μανιώδη ακρίβεια στο πιο εμμονικό χαρακτηριστικό του δόγματος: ξέφρενη κίνηση, έκρηξη στο χώρο, με πίεση στη μπάλα σε φάση άμυνας και απαρέγκλιτα κάθετο παιχνίδι σε φάση επίθεσης, προκειμένου να εξυπηρετείται ο τελευταίος κρίκος αυτής της αλυσίδας συνεχούς κίνησης: ο κεντρικός φορ, δηλαδή ο Μπατιστούτα.

Αυτή είναι η διακαλλιτεχνική προσέγγιση χώρου και κίνησης του Μαρσέλο Μπιέλσα με εφαρμογή στο ποδόσφαιρο.

Η δική του εθνική, μόλις αφομοιώνει τα πρώτα ψήγματα της θεωρίας, μοιάζει με Lamborghini που «λιώνει» λάστιχα στην εκκίνηση, πιάνει ασύλληπτες ταχύτητες στις ευθείες και «μπαίνει» στις στροφές με το γκάζι στο πάτωμα.

Καμία αντίρρηση, όσο η Lamborghini καίει τα slick της λάστιχα σε φρεσκοστρωμένη άσφαλτο.

Στα 18 παιχνίδια των προκριματικών, οι νίκες είναι 13, οι ισοπαλίες είναι 4, η ήττα μόλις μια (στη Βραζιλία). Τα γκολ είναι 43, ο Μπατιστούτα έχει σκοράρει «μόνο» 6, αλλά ο Κρέσπο που τον αλλάζει στην κορυφή της επίθεσης, έχει σκοράρει 9 και καλύπτει το «χάντικαπ».

Η Αργεντινή του Μπιέλσα γίνεται ολοένα και πιο τελειομανής, όλο και πιο γρήγορη, ακόμα πιο επιθετική.

Στην πατρίδα, είναι αδιαφιλονίκητο φαβορί για το Παγκόσμιο Κύπελλο, παρά το αναπάντητο ερώτημα «Μπατιστούτα ή Κρέσπο» που απασχολεί σε καθημερινή βάση τα media.

«Οι αλλαγές σε μια ομάδα πρέπει να γίνονται όσο κερδίζει. Όταν χάνεις δεν αλλάζεις, κάνεις ένα βήμα πίσω και παρατηρείς, μέχρι να καταλάβεις» δήλωσε στην πολλοστή πανηγυρική συνέντευξη Τύπου, πριν το Μουντιάλ ο Μπιέλσα.

Το δυστύχημα είναι ότι στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιαπωνίας και της Κορέας ο δρόμος δεν ήταν ασφαλτοστρωμένος και η Lamborghini έπρεπε να λειτουργήσει σε έναν χωματόδρομο γεμάτο πέτρες και λακκούβες.

Η πρεμιέρα με τη Νιγηρία μασκάρεψε το πρόβλημα. Το φτωχό 1-0 με το γκολ του Μπατιστούτα, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα θριαμβευτικό 5-0, αν δεν έκανε την εμφάνιση της ζωής του ο βετεράνος Σορούνμου κάτω από τα γκολπόστ των Αφρικανών.

Ακολούθησε η κατάρρευση. Ο όμιλος -ούτως ή άλλως- ήταν εξ αρχής ο δυσκολότερος του τουρνουά και η ήττα από την Αγγλία ήταν η μεγάλη λακκούβα που στραπατσάρισε το σασί της Lamborghini και την οδήγησε στη διάλυση.

Η σύγχυση, μετά την ήττα από τους Άγγλους, είναι πρωτοφανής, η ψυχολογική πίεση τεράστια και στο παιχνίδι με τη νεανική έκπληξη της διοργάνωσης Σουηδία, η Αργεντινή βρίσκεται στο χείλος του πιο εμβληματικού συλλογικού ψυχοδράματος.

Η ομάδα συχνά -υπό τέτοιες συνθήκες- συνήθιζε να αποτυγχάνει, να περνάει κάτω από τον πήχη. Δεν έπρεπε να το κάνει με εκείνη τη φουρνιά, δεν επιτρεπόταν να το κάνει με τον Μαρσέλο στο πάγκο της και το δόγμα του στο χορτάρι.

Ο Μπιέλσα -πρώτη φορά- ήταν τόσο αγχωμένος, τόσο σιωπηρός, με το βλέμμα μονίμως στη δαμόκλειο σπάθη που αιωρείτο από πάνω του.

Δεν δοκιμάζει ούτε με τους Σουηδούς να αλλάξει διάταξη όπως κραύγαζε ολόκληρη η Αργεντινή, Μπατιστούτα και Κρέσπο δεν έπαιξαν ποτέ μαζί κι ας πίεζε η Clarìn στο πρωτοσέλιδο που πούλησε όσο κανένα άλλο στην ιστορία παραμονές αγώνα της εθνικής.

Λίγες ώρες πριν το ματς με τους Σουηδούς, μαζεύει τους ρεπόρτερ που έχουν ακολουθήσει την αποστολή στην Άπω Ανατολή και τους μιλάει: «Το δικό σας όπλο είναι ο γραπτός λόγος, οι λίγες νεκρές λέξεις. Το δικό μου όπλο είναι ο άμεσος λόγος. Χρησιμοποιώ 50 φράσεις για να οικοδομήσω τις σκέψεις μου και να καταστήσω μια ιδέα ξεκάθαρη. Κι εσείς, αυτήν την αλληλουχία, την αποδίδετε σε μια γραμμή».

Βγάζει σιγουριά για την ομάδα, της έχει εμπιστοσύνη, έχει αναλύσει το πλάνο στα παιδιά του. Η Αργεντινή μπαίνει στο γήπεδο και πνίγει τους Σουηδούς, δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά η μπάλα δεν θέλει να μπει, ένα αόρατο χέρι τη σπρώχνει πάντα έξω.

Και, όπως διαβολικά συμβαίνει στο ποδόσφαιρο, την πρώτη φορά που θα ξεμυτίσει η Σουηδία από την περιοχή, θα κερδίσει ένα ξεκούδουνο φάουλ και κάποιος Αντρέας Σβένσον που θα περνούσες για υπάλληλο του ΙΚΕΑ στο Έλφσμποργκ, ντύνεται Πλατινί και με μια απίστευτη εκτέλεση κάνει το 0-1.

Η ατμόσφαιρα έχει γίνει εξωπραγματική. Η Selección μοιάζει με πληγωμένο λιοντάρι που έχει χάσει τον προσανατολισμό του και βολοδέρνει στη ζούγκλα.

Ακόμα και το πέναλτι που κερδίζει ο Ορτέγκα στο 88ο λεπτό και εκτελεί ο ίδιος το βγάζει ο Χέντμαν. Το γκολ του Κρέσπο στην επαναφορά εξυπηρετεί μόνο την κορύφωση του δράματος.

Στις καθυστερήσεις, το αριστερό σουτ του Σορίν φεύγει σύριζα άουτ. Τριπλό σφύριγμα, τέλος. Η Αργεντινή αποκλείεται από τον όμιλο, καλά-καλά πριν «ζεσταθεί» στο Μουντιάλ που κατά τα άλλα θα κατακτούσε περπατώντας ή τουλάχιστον θα έδινε τον νυν υπέρ πάντων αγώνα εναντίον της Βραζιλίας.

Υπεύθυνος θεωρείται μόνο ένας. Ο Μαρσέλο Μπιέλσα.

Ένα ποδοσφαιρικό Βιετνάμ με φόντο τον ήλιο του Μαΐου, βαμμένο στα ουρανόλευκα. Και ο Μπιέλσα όπως ο συνταγματάρχης Kurtz, παράφρων και ηττημένος, παρά την τυφλή στήριξη των πιστών πολεμιστών του, να έχει αποσυρθεί στη δική του έρημο.

Η μεγαλύτερη καταξίωση είναι η πίστη των πολεμιστών στην ήττα και αυτό ο Μαρσέλο το είχε κατακτήσει με τη συμπεριφορά του και τη μετάδοση του πλάνου του.

Όπως ο Μάρλον Μπράντο στο Apocalypse Now, ο Μαρσέλο περιστοιχιζόταν από πιστούς και όχι από ποδοσφαιριστές. Χωρίς τους πιστούς του, δεν θα είχε κατορθώσει ποτέ να ξανασηκωθεί, να ξαναβρεί το κέφι του και να διδάξει ξανά τις ιδέες του για το δικό ποδόσφαιρο.

Βρήκε αποκούμπι τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, δεν ήταν το παλκοσένικο που ονειρευόταν, αλλά αποτέλεσε μια μικρή λύτρωση, φώναξε στον κόσμο ότι δεν είναι ποδοσφαιρικά νεκρός.

Τελούσε σε κώμα, αλλά ξύπνησε, επανήλθε. Άφησε παρακαταθήκη τον Κάρλος Τέβεζ και παραιτήθηκε.

Έφυγε, γιατί δεν άντεξε να αποθεώνεται από εκείνους που τον σταύρωσαν το 2002, έφυγε με το απόλυτο ρεκόρ προπονητή της Albiceleste: 57 νίκες και 18 ισοπαλίες σε 85 ματς. Έχασε μόνο 10, αλλά ήταν υπεραρκετά για να τον αναγκάσουν να αποσυρθεί για μια τριετία.

Έμεινε στο σπίτι του, παρακολούθησε ατέλειωτες ώρες ποδόσφαιρο σε dvd και βίντεο, ο θρύλος λέει ότι μια νύχτα τους ξεσήκωσε όλους στις 2 το πρωί -οικογένεια, υπηρετικό προσωπικό και γείτονες- και τους έβαλε στον κήπο για να δοκιμάσει «ζωντανά» μια τακτική έμπνευση.

Πιθανώς να ήταν το καμπανάκι που χτύπησε μέσα του και τον ανάγκασε να αποδεχθεί την πρόταση της Χιλής το 2007 για να αναλάβει την ανοικοδόμηση των εθνικών ομάδων της. Πήγε με ενθουσιασμό και πάθος, ταίριαξε αμέσως με τους Χιλιανούς που είναι το ίδιο εκκεντρικοί και περίεργοι άνθρωποι.

Τρία χρόνια παραμονής στον πάγκο της Χιλής και έγινε ένα είδος παγανιστικής θεότητας στη σκιά των Άνδεων. Επειδή «η Χιλή του» κέρδισε την πρόκριση για τη Νότιο Αφρική με μια ιστορική και εξίσου θεαματική δεύτερη θέση πίσω απ’ τη Βραζιλία.

Το σημαντικότερο όλων ότι έχει παραμείνει σταθερός στις ιδέες του και τα τακτικά φετίχ του, αποδεικνύοντας ότι το ποδόσφαιρό του ήταν μπροστά από την εποχή του.

Για να πετύχει, χρειάστηκε να φτιάξει δεύτερη καριέρα στον Μέντελ, τον οποίο έχρισε στόπερ- οργανωτή, να διατηρήσει το μύθο του Βαλντίβια και να πλάσει δυο μετέπειτα τεράστιους ποδοσφαιριστές, τους τότε εικοσάχρονους Βιντάλ και Αλέξις Σάντσες.

Στο Μουντιάλ της Αφρικής, η Χιλή του Μπιέλσα ήταν η νάρκη που δεν ήξερε κανείς ότι υπάρχει στο έδαφος και το καταλάβαινε μόνον όταν άκουγε τον ανατριχιαστικό ήχο του «κλικ».

Πέρασε από τον όμιλο με δυο νίκες, απέδωσε σπουδαίο ποδόσφαιρο, σίγουρα το πιο ενδιαφέρον για το θεατή στο Μουντιάλ της βουβουζέλας και σταμάτησε μόνο στη Βραζιλία.

Παρόλο που έχασε με το καθαρό 3-0, η αποστολή επέστρεψε στο Σαντιάγκο και την υποδέχτηκαν με τιμές ηρώων. Ο Μαρσέλο χαμογελαστός κλήθηκε να πει δυο λόγια:

«Όλοι μπορούν να ξεχωρίσουν τον καλό από τον κακό ποδοσφαιριστή. Η πραγματική αξία ενός προπονητή αποδεικνύεται όταν μετατρέπει τον μέτριο ποδοσφαιριστή σε κάτι ξεχωριστό, αναδεικνύοντας τις ικανότητές του. Μόνο ένας πραγματικά καλός και διορατικός προπονητής οδηγεί τον ποδοσφαιριστή στο σωστό χρόνο στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων του. Η άλλη λύση είναι να τον ανακαλύψει πριν το κάνουν οι υπόλοιποι. Τρίτη λύση δεν υπάρχει».

Λίγες μέρες μετά, και κατόπιν πολλαπλών αντεγκλήσεων με την ομοσπονδία, παραιτήθηκε.

Συγκάλεσε συνέντευξη Τύπου, ανακοίνωσε ότι αφήνει τη Χιλή με δάκρυα στα μάτια σε ζωντανή μετάδοση από τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα της χώρας που διέκοψαν το πρόγραμμά τους για να μεταδώσουν εκείνη τη συνέντευξη.

Αυτό το γεγονός στη Χιλή μπορούσε να συμβεί μόνον για δυο ανθρώπους εκείνη την εποχή: την αγαπημένη πρόεδρο της χώρας Μιτσέλ Μπατσελέ και τον Μαρσέλο Μπιέλσα.

Η πρώτη γυναίκα με το αξίωμα Προέδρου στην ιστορία της Χιλής αποχώρησε και τιμήθηκε αναλαμβάνοντας Ύπατη Επίτροπος των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – ο Μπιέλσα αποχώρησε αφήνοντας τον βοηθό Σαμπάολι για να συνεχίσει το έργο του στη Χιλή και αντί να κεφαλαιοποιήσει την επιτυχία με ένα συμβόλαιο-μαμούθ, έκανε (πάλι) του κεφαλιού του.

Αρνήθηκε τα εκατομμύρια ευρώ της Ίντερ και αποδέχτηκε την πρόταση της Αθλέτικ Μπιλμπάο, διότι, όπως είπε, αν υπήρχε μια ομάδα που θα τον έπειθε να έρθει πρώτη φορά στην Ευρώπη για να προπονήσει, εκείνη θα μπορούσε να είναι μόνο η Αθλέτικ.

Στη χώρα των Βάσκων, ένιωσε από την πρώτη στιγμή οικεία, μπήκε στο San Mamés και το αισθάνθηκε αμέσως σπίτι του. Βρήκε μια ομάδα υπερήφανη και ανθεκτική και της πρόσθεσε την κοσμοθεωρία του για το ποδόσφαιρο.

Τούτη τη φορά, δίχως να είναι άκαμπτος τακτικά, γιατί γρήγορα αντιλήφθηκε τις ιδιαιτερότητες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και της Liga και «έκρυψε» το 3-3-1-3 στο πιο «ευρωπαϊκό» 4-2-3-1.

Την πρώτη του σεζόν, μετά από ατέλειωτες ώρες δουλειάς σε τακτικό, φιλοσοφικό και πνευματικό επίπεδο, επιλέγει μια αγγλοσαξονική προσέγγιση με έμφαση στο παιχνίδι από τα πλάγια, σέντρες από τη μέση ζώνη και κάθετες μπάλες προς τη νέα μεγάλη του ανακάλυψη και ατραξιόν εκείνης της χρονιάς: τον Γιορέντε.

Τερματίζει ένατος στο πρωτάθλημα, γύρω του είναι ευχαριστημένοι, εκείνος βράζει. Χαμένος τελικός στο Copa del Rey από τη Μπαρσελόνα στο Vicente Calderón που δεν υπάρχει πια, χαμένος τελικός και στο Europa League από την Ατλέτικο.

Ήττες με 3-0 αμφότερες που τον πόνεσαν πολύ, το κοινό ωστόσο ακόμη θυμόταν το επικό 2-3 στο Old Trafford και την πρόκριση με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τη μεγάλη ανατροπή με τη Σάλκε του μεγάλου Ραούλ, και το Big Chill του ημιτελικού με την Σπόρτινγκ Λισσαβόνας χάρη στο γκολ-λύτρωση του Γιορέντε στο 88ο λεπτό που έκανε να ανατριχιάσει ολόκληρη τη φίλαθλη Ευρώπη.

Η Αθλέτικ ξαφνικά «μεγάλωσε» πολύ, οι ποδοσφαιριστές έγιναν μήλον της έριδος για τις πολύ μεγάλες ομάδες στην Ευρώπη, ο Χάβι Μαρτίνεζ πωλήθηκε στην Μπάγερν Μονάχου, ο ίδιος ο Γιορέντε αρνήθηκε την ανανέωση του συμβολαίου του και το club τον έθεσε σε διαθεσιμότητα, στερώντας από τον Μπιέλσα το μεγαλύτερο αστέρι του.

Η σεζόν ήταν μέτρια, η Αθλέτικ δεν του ανανεώνει το συμβόλαιο, εκείνος όμως αποχωρεί με ήσυχη τη συνείδησή του, διότι έχει (πάλι) αφήσει πίσω δυο νεαρούς που έγιναν σημεία αναφοράς στην ομάδα.

Μουνιαΐν και Ιτουράσπε λατρεύτηκαν, επειδή ο Μπιέλσα έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα σ’ αυτή τη δουλειά: ανέδειξε το ταλέντο τους.

Ένας χρόνος αποσυμπίεση και νέα πρόκληση, επίσης σε μια πόλη με ξεχωριστά χαρακτηριστικά και ιδιαίτερη ανθρωπογεωγραφία, στη Μασσαλία. Στη Μαρσέιγ το ποδόσφαιρο το λατρεύουν, κατά συνέπεια ο Μπιέλσα είναι ο κατάλληλος άνθρωπος στο κατάλληλο περιβάλλον.

Για το Velodrome είναι ένα είδος αρχέτυπου, μια αλχημεία που δημιουργήθηκε στο εργαστήριο για να αναφλέξει τα πλήθη. Από τον πρώτο μήνα, κατηγορεί τη διοίκηση ότι δεν μπορεί να φέρει τους ποδοσφαιριστές που είναι αντάξιοι της ιστορίας του club.

Η διοίκηση δυσανασχετεί μαζί του, αλλά ο Loco έχει κάνει ήδη 8 σερί νίκες, είναι πρώτος και το αντίδοτο στον ωκεανό των πετροδόλαρων του Σεΐχη Αλ Κελαϊφί στο Παρίσι.

Η ομάδα, προς το τέλος της σεζόν, καταρρέει από δυνάμεις, εκείνο που μετράει όμως είναι ότι το Velodrome εξακολουθεί να είναι ασφυκτικά γεμάτο. Σε κάθε παιχνίδι. Δεν έχει σημασία για ποιον λόγο, διότι το δόγμα Μπιέλσα είτε το αγαπάς από τα σπλάχνα σου είτε το μισείς θανατηφόρα.

Το λαϊκό και παθιασμένο κομμάτι της πόλης τον λάτρεψε, αναγνώρισε την αναγέννηση του Ζινιάκ, την ανακάλυψη του Ιμπουλά και του Αγιέου.

Highlight της βραχύβιας παρουσίας του στη Γαλλία, η ερμηνεία σε επίπεδα Αλ Πατσίνο στο Any Given Sunday πριν από το αποφασιστικό Λυών – Μαρσέιγ, τον Απρίλιο του 2015.

Πηγαίνει πέρα δώθε στα αποδυτήρια, είναι τόσο νευρικός όσο στα χρόνια της Αργεντινής, όταν άνοιγε λάκκους μπροστά στον πάγκο του από το άγχος και τα χιλιόμετρα που διένυε σε λίγα τετραγωνικά.

Εκφωνεί έναν επικό λόγο για την αξία του μόχθου, για την καταπολέμηση της αδικίας, για τους λόγους που η προσπάθεια είναι το άπαν, ακόμα κι όταν δεν οδηγεί στην επίτευξη του υλικού στόχου. Είναι τόσο φορτισμένο το κλίμα που ο λόγος καταλήγει σε αυθόρμητο χειροκρότημα από τους παίκτες.

Η Μαρσέιγ τερμάτισε τέταρτη στη Ligue 1 και ο προπονητής λέει ανοιχτά στην προετοιμασία ότι, εάν το club θέλει να πάει ψηλότερα, πρέπει να βοηθήσει τον εαυτό του.

Η ρήξη με τη διοίκηση είναι σαφής, τον Αύγουστο παραιτείται και η παραίτηση γίνεται δεκτή με ανακούφιση από το management.

Όσοι τον μισούσαν, έκαναν λόγο για έναν στριφνό και εμμονικό τύπο, ταγό του «διαίρει και βασίλευε», ακόμα και στα 60 του χρόνια.

Προφανώς δεν έχουν καταλάβει ποιος είναι ο Μπιέλσα. Το κατάλαβαν στη Λάτσιο, τον Ιούλιο του 2016, όταν συμφώνησαν μαζί του, τον ανακοίνωσαν και την επόμενη μέρα πήγαν να του φορτώσουν «περίεργες» μεταγραφές.

Έσκισε το συμβόλαιο που υπέγραψε στις 6 Ιουλίου, δυο ημέρες μετά. Στις 8. Με τη Λάτσιο να τον μηνύει, να τον κυνηγάει μέχρι πέρατος, ζητώντας αποζημίωση και αποτιμώντας τη ζημία στο club σε πάνω από 50 εκατομμύρια ευρώ.

Επιστρέφει στο γαλλικό πρωτάθλημα για τη Λιλ, τον Μάιο του 2017, ανακοινώνει στη διοίκηση ότι το πλάνο του είναι η δημιουργία μιας ομάδας με μέσο όρο ηλικίας τα 21 χρόνια και ότι δεν χρειάζεται όλους τους βετεράνους και τις «παλιοσειρές».

Αντέχει μέχρι τον Νοέμβριο, η διοίκηση είναι αδύνατον να πουλήσει και τους έντεκα έμπειρους ποδοσφαιριστές που υπέδειξε ο προπονητής, ακόμα κι αν είναι ο Μπιέλσα.

Τίθεται σε διαθεσιμότητα, διότι δεν υπάρχει τρόπος να απολυθεί, φεύγει μόνος του λίγους μήνες μετά, όταν πράγματι η διοίκηση πουλά ή αφήνει ελεύθερους κάποιους από τους ποδοσφαιριστές που είχε υποδείξει ως τροχοπέδη για την πρόοδο του club.

Είναι τρελό, αλλά ο Μπιέλσα έφυγε επειδή διέκρινε ότι ικανοποιήθηκε μερικώς το αίτημά του και εξυπηρετήθηκε το πλάνο του, ακόμη και χωρίς εκείνον.

Πλέον, στην αγορά θεωρείται ωρολογιακή βόμβα, ένας αντιεπαγγελματίας με τον οποίο μοιάζει αδύνατον να συνεργαστεί οποιαδήποτε διοίκηση σύγχρονου ποδοσφαιρικού οργανισμού.

Η πρόταση της Λιντς, το καλοκαίρι του 2018, εξέπληξε σχεδόν σύσσωμο τον «πολιτισμένο» ποδοσφαιρικό κόσμο. Συμφώνησε να μετακομίσει στο West Yorkshire, μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις δυο εβδομάδων.

Οι φίλοι των Peacocks ανησυχούσαν σε τεράστιο βαθμό, ο Μπιέλσα στην Championship θέλει τόσες αντοχές όσες μια θέση στο αεροπλάνο δίπλα στο παιδί που ουρλιάζει.

Το μέλλον πάντοτε είναι γοητευτικό, διότι είναι απρόβλεπτο. Το πέπλο μυστηρίου του χαρακτήρα του και η γοητεία του δόγματος Μπιέλσα αντιστέκεται σθεναρά στο μοντέρνο ποδόσφαιρο που ακόμα δεν μπορεί να ζήσει με την απουσία ή τη σιωπή του.

Μπορεί να αποπροσανατολίζει και να προξενεί απορία η συμπεριφορά του, πλην όμως είναι ακόμα ικανός να εκπλήττει από τον τελευταίο φίλαθλο μέχρι τον Πεπ Γκουαρδιόλα.

Και όχι μόνο για τους «26 διαφορετικούς τρόπους να εκτελέσετε ένα πλάγιο άουτ», που ήταν μια από τις πρώτες προπονήσεις του στη Λιντς.

Το περίφημο Spygate, όπως το ονόμασαν τα αγγλικά tabloid, επέτεινε τους ισχυρισμούς των πολέμιών του όσον αφορά τα μέσα που μετέρχεται για να τα καταφέρει στο πολύ δύσκολο περιβάλλον του αγγλικού ποδοσφαίρου.

«Απλώς έστειλε έναν κατάσκοπο στην προπόνηση του αντιπάλου, είναι κοινή πρακτική στην Αργεντινή», είπε υποβαθμίζοντας το θέμα ο Ποτσετίνο και δίπλα του ο Πεπ Γκουαρδιόλα αποθέωσε τον προπονητή και άνθρωπο Μπιέλσα, χωρίς καν να αναφερθεί στο γεγονός που ξεσήκωσε σάλο στην Αγγλία και έφτασε να γίνει θέμα στα δελτία ειδήσεων.

Την ίδια ώρα που η αγγλική ομοσπονδία δεν είχε αποφασίσει εάν η κίνηση του Μαρσέλο ήταν ηθική ή όχι και εάν επισύρει ποινής ή ποινών, ο Μπιέλσα συγκάλεσε έκτακτη συνέντευξη Τύπου στο προπονητικό κέντρο της Λιντς και σε μια πρωτοφανή παρουσίαση 70 λεπτών με βίντεο και Power Point, αφού παραδέχτηκε ότι σαφώς και έστειλε δικό του άνθρωπο να παρακολουθήσει κρυφά προπονήσεις του αντιπάλου, θα το ξαναέκανε και στο μέλλον.

Ακολούθως, ανέλυσε στους εμβρόντητους δημοσιογράφους όλη τη διαδικασία μελέτης των αντιπάλων και της προετοιμασίας των αγώνων, συμπεριλαμβανομένων της συγκέντρωσης δεδομένων, της ανάλυσης στατιστικών, της ομαδοποίησης σημειώσεων από το επιτελείο και ούτω καθεξής.

«Είναι περίπου 4 ώρες για κάθε αντίπαλο ξεχωριστά η τελική μελέτη», ενημέρωσε τους δημοσιογράφους, οι περισσότεροι εκ των οποίων αποχώρησαν από το προπονητικό κέντρο της Λιντς δηλώνοντας σοφότεροι και πολύ πιο σχετικοί με το ποδόσφαιρο απ’ ότι πριν την παρουσίαση του Μπιέλσα.

Όταν η αγγλική ομοσπονδία επικύρωσε την ποινή προστίμου των 200 χιλιάδων στερλίνων, πήγε στη διοίκηση και ζήτησε να πληρώσει το πρόστιμο ο ίδιος. Όχι για να καλοπιάσει τη διοίκηση και να ζητήσει εμμέσως την ανανέωση της συνεργασίας, αλλά επειδή είναι ο Σιντ Μπάρετ του ποδοσφαίρου.

Ότι έκανε ο Μπάρετ για την ανάπτυξη του ροκ και της μουσικής γενικότερα, κάνει και ο Μπιέλσα για το ποδόσφαιρο.

Το τρελό διαμάντι των Pink Floyd, εκείνο που άφησε ξαφνικά μια από τις μεγαλύτερες -αν όχι τη μεγαλύτερη- μπάντα όλων των εποχών για να πάει στα χωράφια και να μετρήσει τα τριφύλλια της Ιρλανδίας, είναι ο άνθρωπος ο οποίος παρακινούμενος από την τρέλα και το όραμά του, αποδόμησε κανόνες και ήχους και επινόησε συγχορδίες και νέες μίξεις που επαναπροσδιόρισαν τη μουσική.

Ακριβώς ό,τι κάνει και το τρελό διαμάντι του ποδοσφαίρου, ο Μαρσέλο Μπιέλσα.

Κι επειδή είναι πάντα δύσκολο να καταλάβει απόλυτα κανείς, όσες λέξεις κι αν διαβάσει, το βασικό αξίωμα του δόγματος Μπιέλσα είναι αυτό:

Πηγή: Athletes’ Stories

Pin It on Pinterest

Shares
Share This
// START Corner ad for Novibet // END Corner ad for Novibet