Επιλογή Σελίδας

Του Ιάσονα Θεριού

Από το περίφημο MoMA, το μουσείο σύγχρονης τέχνης στη Νέα Υόρκη, σε εντυπωσιακές διαδραστικές εκθέσεις σε κάθε γωνιά του κόσμου.

Σε καρτ ποστάλ και αναλογικές φωτογραφίες, σε αμέτρητες δημοσιεύσεις και “ιστορίες” χωμένες καλά στα έγκατα κάθε σοσιαλμιντιακής πλατφόρμας. Φόντο σε άπειρες οθόνες και γλυκιά ανάμνηση σε άλλες τόσες καρδιές. Ένα σωρό αποχρώσεις του μπλε που στροβιλίζονται αρμονικά πάνω στον καμβά, γινόμενες η βάση για τους φωτεινούς κιτρινωπούς κύκλους που φορούν το κοστούμι των αστεριών μέσα στον νυχτερινό ουρανό.

«Η Έναστρη Νύχτα» του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Οριακά αδύνατον για όποιον βαδίζει στον κόσμο του 2024 να μην έχει κλέψει -έστω και τυχαία- μια ματιά από αυτόν τον πίνακα.  Σχεδόν απίθανο να μην αποθέωσε γοητευμένος -έστω και για μια στιγμή- το αριστούργημα του Ολλανδού ζωγράφου.

Ένα αριστούργημα ωστόσο που μπορεί σήμερα να θεωρείται ό,τι πιο εντυπωσιακό στον χώρο των ελαιογραφιών και να παραμένει ολοζώντανο, μα, όταν ερχόταν στη ζωή, σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν, είχε δυσκολευτεί να τραβήξει το παραμικρό βλέμμα. Όσο το μέσα του Βαν Γκογκ καταβρόχθιζε τον ίδιο του τον εαυτό, όσο το πινέλο του χόρευε πάνω στον καμβά, κανείς δεν έβλεπε την ομορφιά της «Έναστρης Νύχτας» και των υπόλοιπων έργων του.

Είναι τραγικά σύνηθες οι άνθρωποι να χάνουν το τρένο της αισθητικής, να μην εκτιμούν αυτό που βλέπουν τη στιγμή που το βλέπουν. Δεν είναι λάθος, δεν είναι έγκλημα μα μια σπουδαία χαμένη ευκαιρία. Σαν αυτή που έχασε όποιος αμέλησε να θαυμάσει τον Τσίρο Ιμόμπιλε και να γοητευτεί από αυτόν, τη στιγμή που εκείνος καλλιτεχνούσε στο χορτάρι.

«Il Sottovalutato» ή αλλιώς «Ο Υποτιμημένος», θα ακούσεις να λένε για εκείνον οι -ερωτευμένοι με την πάρτη του- τιφόζι της Λάτσιο. Κι εκείνος έχει τα κότσια να συμφωνεί, γιατί ήταν και είναι πεπεισμένος πως και η δική του “Έναστρη Νύχτα”, δεν μπορεί…, κάποια στιγμή, ίσως πολλά χρόνια μετά, θα αναγνωριστεί.

Περιπέτειες προς την καταξίωση

Ήρθε στη ζωή κάτω από τον Βεζούβιο, στη συνοικία Τόρε Ανουντσιάτα, μια από αυτές τις αμέτρητες μικρές πόλεις στα παράλια της Καμπανίας. Αυτές που βρέχονται από τα νερά του Κόλπου της Νάπολης και δείχνουν σχεδόν πανομοιότυπες ελέω των αξιαγάπητων πολύχρωμων σπιτιών που χαρακτηρίζουν το τοπίο τους. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα στενά τους σοκάκια, ο μικρός Τσίρο άρχισε να κλωτσά την μπάλα και να την κυνηγά ταχύτατα για να μην πέφτει στην προβλήτα και τη θάλασσα. Το ταλέντο του ήταν πασιφανές και το ξανθό του μακρύ μαλλί δεν θα μπορούσε να μείνει για πολύ εκτός των χλοοτάπητων.

Μεταπήδησε από ακαδημία σε ακαδημία. Βρέθηκε από την ομάδα της πόλης του στα φυτώρια της Σαλερνιτάνα, όπου δυσκολεύτηκε να βρει τα πατήματά του. Ως έφηβος, έμεινε πίσω από άποψη ανάπτυξης, απογοητεύτηκε σε ένα περιβάλλον πολύ πιο βιομηχανικό από αυτό που είχε συνηθίσει και φυσικά σκέφτηκε να αποχαιρετήσει το όνειρό του, όπως συμβαίνει με τόσα και τόσα ταλαντούχα παιδιά που τρώνε χαστούκια από τις μεγάλες ακαδημίες. Η Σορέντο άνοιξε τη φτερούγα της και τον περιέθαλψε, τον βοήθησε να εντοπίσει ξανά τη χαμένη του αυτοπεποίθηση και να τη διοχετεύσει στο χορτάρι.

Πάντα ήταν φορ. Πάντα ήξερε τι θέλει να κάνει. Να βάζει γκολ. Και πάντα το έκανε.

Τόσο καλά που οι γιγαντιαίες “Σειρήνες” δεν άργησαν να έρθουν. Η λαμπερή Γιουβέντους του Βορρά άπλωσε τις δαγκάνες της και έντυσε στα «bianconeri» το παιδί από τον Νότο. Και διόλου τυχαία. Μιας και ο πιτσιρικάς, 17 ετών ήταν ακόμη τότε, γυάλισε για τα καλά στο θρυλικό μάτι του Τσίρο Φεράρα. Και, όταν ένας τέτοιος αμυντικός εντυπωσιάζεται με έναν επιθετικό, κάτι έχει δει. Ο Ιμόμπιλε θα έκανε γρήγορα το ντεμπούτο του, έναν μήνα μετά θα του το έδινε ο Κλαούντιο Ρανιέρι.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν θα απλώνονταν μπροστά του το ίδιο εύκολα. Τουναντίον. Ο Τσίρο χρειάστηκε να δει τον εαυτό του να λάμπει στην ομάδα Νέων και να υποφέρει ως νέος που δεν μπορούσε να κάνει το βήμα παραπάνω στην Ανδρών. Δανεισμός στη Σιένα, δανεισμός στην Γκροσέτα, δανεισμός στην Πεσκάρα.

Στην τελευταία έγινε το κλικ, ο Ιμόμπιλε πήρε μπρος, σκόραρε 28 τέρματα σε 37 εμφανίσεις, ανέβασε τα «Δελφίνια» στη Serie A και η Γιουβέντους βρήκε την ευκαιρία να τον βγάλει στο σφυρί, σπρώχνοντάς τον στην Τζένοα μετά από μόλις τρεις συμμετοχές με τη φανέλα της. Μετά από μια μέτρια σεζόν στη Γένοβα ωστόσο, η εκτόξευση θα ερχόταν στον τόπο στον οποίον είχε μέχρι τότε ψηθεί. Στο Τορίνο.

Κλείνοντας στόματα

Κανένας από τους ανήσυχους οπαδούς της Τορίνο δεν ψήθηκε εξαρχής. Η Γκρανάτα είχε σωθεί την τελευταία στιγμή την προηγούμενη σεζόν κι ακόμη έγλειφε τις πληγές της από την εμπλοκή της σε ένα στοιχηματικό σκάνδαλο του 2012, για το οποίο είχε δεχθεί και καμπάνα με αφαίρεση βαθμών. Ο εμβληματικός αρχηγός και πρώτος σκόρερ της, Ρολάντο Μπιάνκι, κούνησε μαντήλι και το μέλλον το καλοκαίρι του 2013 δεν έδειχνε διόλου ευοίωνο.

Πώς θα μπορούσε ένα 23χρονο παιδί που την τελευταία σεζόν είχε πετύχει μόλις πέντε τέρματα και γενικά είχε να σκοράρει περίπου επτά μήνες να πείσει πως μπορεί να κάνει καλύτερα τα πράγματα για τον «Ταύρο»; Το «ναι» του πολύπειρου Τζαν Πέρο Βεντούρα ωστόσο ήταν αρκετό. Ο Ιταλός κόουτς είδε κάτι σε εκείνον και πείστηκε πως μπορεί να πάρει από αυτόν τα πράγματα που ήθελε.

Η σεζόν δεν άρχισε με τον καλύτερο τρόπο ούτε για την Τορίνο ούτε για τον ίδιο, οι πρώτοι άνεμοι γκρίνιας άρχισαν να παρασέρνουν το όνομά του. Μόνο που σύντομα όσοι βιάστηκαν να ανοίξουν το στόμα τους και να μιλήσουν για τον Ιμόμπιλε θα αναγκάζονταν να καταπιούν τη γλώσσα τους.

Ο Τσίρο χρειαζόταν αυτό ακριβώς που χρειάζεται κάθε σέντερ φορ. Από τον πιο άσημο μέχρι τον Μπατιστούτα και τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Χρειαζόταν αυτό το ένα γκολ που θα ξεμπουκώσει το σύστημα, που θα τον κάνει νιώσει ξανά δολοφόνος και θα του δείξει τον δρόμο της επιστροφής προς τη χαμένη του αυτοπεποίθηση.

Το πέτυχε τον Οκτώβριο κι έκτοτε δεν κοίταξε ποτέ ξανά πίσω του. Γέμισε το περίστροφό του και άρχισε να πυρπολεί με σφαίρες τα αντίπαλα δίχτυα, κάνοντας τους πάντες στο ιταλικό και ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο να απορούν. Ήταν όντως σαν να είχε προσγειωθεί από το πουθενά, μα ταυτόχρονα ήταν φανερό πως προσγειώθηκε για να μείνει.

Εκείνη η σεζόν όμως ήταν για εκείνον το απόλυτα εκκωφαντικό “έφτασα”, το απόλυτο διαβατήριο. Με τον Αλέσιο Τσέρτσι στο πλευρό του, οι δυο τους σχημάτισαν ένα φοβερά φονικό δίδυμο. Η Τορίνο του τότε άλλαξε εν μια νυκτί και από μια ομάδα που πάλευε για τη σωτηρία της με πυξίδα την άμυνα έγινε ένα αλέγρο σύνολο με ξεκάθαρους πρωταγωνιστές αυτούς τους δύο. Έκαναν και οι δύο πράγματα που τους έχουν καταστήσει αξέχαστους μέχρι σήμερα στο Τορίνο.

Ο Τσίρο όμως ήταν ο πραγματικός βασιλιάς εκείνης της σεζόν. Στη σκιά της ομάδας που δεν πίστεψε ποτέ αρκετά σε εκείνον, στην ίδια πόλη, βάλθηκε να κάνει το όνομά του συνώνυμο του σκοραρίσματος εκείνη την περίοδο. Γκολ με το γκολ, νίκη με τη νίκη, ο ίδιος έλαμπε και η Τορίνο πλησίαζε όλο και πιο κοντά στο όνειρο της Ευρώπης.

Ακόμα κι αν εν τέλει τερμάτισε στην έβδομη θέση, οι δικαστικές περιπέτειες της έκτης Πάρμα τής χάρισαν το εισιτήριο για το Europa League. Και όλοι στην Γκρανάτα γνώριζαν πως αυτό, ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματά της τις τελευταίες δεκαετίες, δεν θα συνέβαινε ποτέ, αν αυτός ο τύπος με την ξανθιά φράντζα και το «9» στην πλάτη δεν φορούσε τα μπορντό.

Ήταν 24 ετών, γεμάτος υποσχέσεις και ανάμεσα σε παίκτες όπως ο Τέβες, ο Τόνι ή ο Ντι Νατάλε και ο Ιγκουαΐν κατάφερε να πάρει το «Capocannoniere», το βραβείο του πρώτου σκόρερ της λίγκας, σκοράροντας 22 τέρματα, τα περισσότερα που έχει πετύχει κανείς ποτέ σε μια σεζόν με τη φανέλα της Τορίνο.

Μια σφαίρα, μια τζούφια βολή

Υπάρχει μια θεωρία που υποστηρίζει το εξής: Δείξε σε κάποιους ένα λευκό χαρτί Α4 με μια μικρή μαύρη τελεία στο κέντρο του. Ρώτα τους τι βλέπουν. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ερωτηθέντες θα σου απαντήσουν πως βλέπουν μια μαύρη τελεία. Ελάχιστοι, αν όχι κανένας, θα σου πουν πως βλέπουν ένα λευκό χαρτί ή έστω ένα λευκό χαρτί με μια μαύρη τελεία.

Με έναν ανάλογο τρόπο τείνουμε να στεκόμαστε στις κηλίδες, να κλείνουμε τα μάτια στο φόντο ή στο όλον και να ασχολούμαστε μόνο με αυτό που χτυπάει -συνήθως αρνητικά- στο μάτι. Και ο Τσίρο το ένιωσε αυτό στο πετσί του.

Λάθος επιλογή, λάθος timing ή και τα δύο. Συγκυρίες ή ατυχία. Κανείς δεν θα μάθει και πλέον δεν έχει καν σημασία. Δεδομένα ωστόσο το επόμενο βήμα του Ιμόμπιλε δεν τον έφερε εκεί όπου είχε φανταστεί και στην πραγματικότητα άφησε ένα ανεξίτηλο στίγμα στην καριέρα του.

Φυσικά, η φήμη του είχε ξεπεράσει τα όρια του ιταλικού ποδοσφαίρου και ο ίδιος βρέθηκε στις λίστες κάθε μεγάλου συλλόγου που αναζητούσε σέντερ φορ εκείνο το καλοκαίρι, μετά την πρώτη του σεζόν στην Τορίνο. Η Νάπολι φάνταζε ιδανικός προορισμός, ωστόσο ο Ιταλός βρήκε το θάρρος να ενδώσει στο φλερτ της Ντόρτμουντ και έψαξε το απόλυτο άλμα.

Έφτασε στη Βεστφαλία ως αντικαταστάτης του Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι, από πολύ νωρίς το φορτίο του ήταν πολύ βαρύ. Και σαν να μην αρκούσε αυτό, έφτασε σε μια Ντόρτμουντ που προσπαθούσε να ισορροπήσει και να μη βουλιάξει στα απόνερα της πιο επιτυχημένης περιόδου της σύγχρονης ιστορίας της. Η Μπορούσια παρέπαιε, ο Γιούργκεν Κλοπ αποχαιρέτησε στα μέσα της χρονιάς και ο Τσίρο δεν βρήκε ούτε ίχνος από την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη που θα χρειαζόταν ο οποιοσδήποτε στη θέση του. Ειδικά από τη στιγμή που επρόκειτο για ένα παιδί που δεν είχε βγει ποτέ από τη χώρα του, που δεν γνώριζε λέξη στα γερμανικά, που είχε να σηκώσει τόνους προσδοκιών στους ώμους του. 

Ο Τσίρο πήγε στην Ντόρτμουντ για να γίνει ένας από τους καλύτερους στον κόσμο. Όμως δεν θα μπορούσε ποτέ να τα καταφέρει έτσι, σαλπάροντας μόνος του κόντρα στον άνεμο. Το περιβάλλον, η πίεση της ταμπέλας του “νέου Λεβαντόφσκι”, οι συνθήκες, τα πάντα των ώθησαν σε ένα αναπόφευκτο ναυάγιο και οι υποσχέσεις που έδειξε να αφήνει την προηγούμενη σεζόν διαλύθηκαν μονομιάς μπροστά σε εκείνον και όσους τον πίστεψαν. Οι πιστοί γρήγορα έγιναν πολέμιοι και η κηλίδα έμεινε για πάντα εκεί. One season wonder, “λίγος” για το πραγματικά κορυφαίο επίπεδο, άκουσε τα πάντα και αναγκάστηκε να κατρακυλήσει για να βρει ξανά τον εαυτό του.

Αποχώρησε άρον-άρον από την Ντόρτμουντ, αλλά ούτε στη Σεβίλλη μπόρεσε να θυμίσει, έστω και στο ελάχιστο, τον Τσίρο της Ιταλίας. Κι εκεί η πορεία των πραγμάτων ήταν παρόμοια, γεγονός που δημιούργησε ακόμη περισσότερους προβληματισμούς.

Είχε μια σφαίρα στο όπλο του για να πείσει πως ανήκει όντως στην ελίτ. Το σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν σου δίνει απλόχερα ευκαιρίες. Αναγκάστηκε να τη σπαταλήσει όμως σε μια τζούφια καταδικαστική βολή. Οι 18 μήνες που πέρασε στο εξωτερικό ήταν ένας πραγματικός εφιάλτης για εκείνον. Ελάχιστα παιχνίδια, ελάχιστα γκολ, μηδενική λάμψη.

Ο Ιμόμπιλε βρισκόταν ξανά στον πάτο, ένας αποτυχημένος που καλούταν να τους διαψεύσει όλους και να αφήσει πίσω του μια περίοδο που σφράγισε στην πραγματικότητα όλα όσα σκέφτονταν οι άλλοι για εκείνον, για έναν παίκτη που άπαντες περίμεναν να δουν να εκρήγνυται. Σε μια έκρηξη ωστόσο που δεν ήρθε ποτέ. Ή μάλλον καθυστέρησε και, όταν ήρθε, οι ίδιοι “άπιστοι” δεν ήταν εκεί για να την απολαύσουν.

Εκδίκηση και δικαίωση

Φαντάζει να είναι κάτι σαν οικουμενική άμυνα για κάθε οργανισμό. Όταν πληγωνόμαστε, επιστρέφουμε στην ασφάλεια, στο σπίτι, εκεί που ξέρουμε τι συμβαίνει. Και ο Τσίρο δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Οι περιπέτειες στο εξωτερικό τον στούκαραν στον τοίχο κι έτσι η Serie A έδειχνε να είναι μακράν η καλύτερή του επιλογή. Γύρισε αρχικά ως δανεικός στην Τορίνο, μα ένας τραυματισμός δεν του επέτρεψε να βρει γρήγορα τον ρυθμό του.

Το καλοκαίρι ήρθε και το μέλλον του έδειχνε αβέβαιο. Μέχρι ωστόσο η Λάτσιο να έρθει σχεδόν από το πουθενά και να του απλώσει το χέρι της. Ήταν κάτι σαν δυνατός, απρόσμενος έρωτας, σαν τέλειο ταίριασμα. Το σελέστε Olimpico έψαχνε τον δικό του βασιλιά και ο Ιμόμπιλε ήθελε να νιώσει σημαντικός. Ίσως κανένας τους να μην είχε φανταστεί πόσο μακριά θα πήγαιναν χέρι-χέρι, αλλά δεν έχει σημασία. Έτσι συμβαίνει σε αυτά.

Στον καιρό του στους «Laziali» άλλαξαν τα πάντα. Άλλαξαν προπονητές, υπήρξαν καλές και κακές χρονιές, κορυφές και πάτοι, δάκρυα και χαρές. Ίσως το μόνο που να μην άλλαξε να ήταν εκείνος. Ήταν πάντα εκεί, πάντα στα γκολ, πάντα παρών στις κρίσιμες στιγμές.

Από την πρώτη φορά που φόρεσε τη γαλάζια φανέλα, έδειξε να αντλεί την υπερδύναμη που τον χαρακτήριζε στον καιρό του στην Τορίνο. Κάθε τέρμα και ακόμα ένα μικρό βέλος στις ρωμαϊκές καρδιές, κάθε τέρμα και ακόμα ένα χτύπημα στα τούβλα του άδικου μύθου που είχαν χτίσει γύρω από το όνομά του.

Κρυμμένος σε ένα Πρωτάθλημα δίχως τη λάμψη του παρελθόντος και σε μια ομάδα που ξέχασε πώς είναι να τραβά τα φώτα, ο Ιμόμπιλε έκανε αυτό που ήθελε να κάνει πάντα, έβαζε γκολ. Με κάθε τρόπο. Κυριολεκτικά και ασταμάτητα. Ένας μόνιμος μπελάς για κάθε αντίπαλη άμυνα, ταχύτατος και πάντα κινητικός από τη μια άκρη της επιθετικής γραμμής στην άλλη, για να βρει τα εκατοστά χώρου που θα χρειαστεί για να εκτελέσει και να σκοτώσει τον τερματοφύλακα απέναντί του.

Το όνομά του έγινε σύνθημα στα χείλη των «Laziali», το πρόσωπό του σημαία στα πέταλά τους κι εκείνος απόλυτος ηγέτης στο πρώτο πραγματικό σπίτι που βρήκε στην καριέρα του, ένα σπίτι που δεν πρόδωσε ποτέ. Μια ομάδα που πήρε από το χέρι, όποτε τον χρειάστηκε, και την ανέβασε εκεί όπου ελάχιστοι πίστευαν πως θα μπορούσε.

Κι έτσι, μαζί της δηλαδή, ανέβηκε κι εκείνος. Σκαρφάλωσε σε κορυφές που όσοι τον είχαν τελειώσει γούρλωναν τα μάτια τους, βλέποντάς τον. Είπαμε, από γκολ σε γκολ και από κορυφή σε κορυφή.

Μέχρι τη δική του “Έναστρη Νύχτα”. Δεν είχε αποχρώσεις του μπλε να στροβιλίζονται ούτε τόσο φωτεινά αστέρια. Ήρθε στο San Paolo της Νάπολι, άδειο από κόσμο ελέω πανδημίας, ένα καλοκαιρινό βράδυ του 2020. Και εκφράστηκε μέσα από ένα γκολ, άσχημο για τα δεδομένα του. Σαν να βρήκε την μπάλα στον βηματισμό του απάνω και κάπως να την έστειλε στα δίχτυα.

Μα δεν είχε σημασία. Γιατί με αυτό το τέρμα σιώπησε ξανά όσους είχαν μείνει στην κηλίδα του στην Ντόρτμουντ και τη Σεβίλλη. Ήταν το 36ο του εκείνη τη σεζόν. Κανείς δεν είχε σκοράρει περισσότερα ποτέ σε μια σεζόν στη Serie A, κανείς δεν σκόραρε περισσότερα εκείνη τη σεζόν σε όλη την Ευρώπη.

«Νιώθω σαν να πήρα μια μικρή εκδίκηση, αλλά όχι από κάποιον προσωπικά», είπε. Ποιος να το περίμενε, ε; Ο άλλοτε “λίγος” Τσίρο Ιμόμπιλε τώρα βασιλιάς στο ποδόσφαιρο του Μέσι και του Κριστιάνο Ρονάλντο, του Χάαλαντ και του Εμπαπέ.

Ακόμα κι έτσι πάντως, δεν θα έπαιρνε τον σεβασμό που του άρμοζε, αλλά φυσικά θα συνέχιζε στους ίδιους αχαλίνωτους ρυθμούς. Θα έγραφε ιστορία με τη Λάτσιο, ως ο κορυφαίος σκόρερ στα χρονικά της, θα βοηθούσε την Ιταλία να ανέβει στην κορυφή της Ευρώπης το 2021.

Μόνο που πάντα, για κάποιον λόγο, δεν θα ήταν αρκετός… Κάθε δική του “Έναστρη Νύχτα” δεν θα ήταν αρκετά όμορφη για το τώρα, ο ίδιος δεν θα ήταν αρκετά καλός για να μπει στην κουβέντα των κορυφαίων. Βέβαια, ο ίδιος γελάει. Ίσως ξέρει καλά την τάση των ανθρώπων να χάνουν την ευκαιρία να απολαμβάνουν κάτι, ακριβώς τη στιγμή που περνάει από μπροστά τους. Είπαμε, δεν είναι έγκλημα αλλά μια τεράστια χαμένη ευκαιρία.

Φυσικά, ποτέ δεν είναι αργά. Ο Τσίρο Ιμόμπιλε το ξέρει και είναι σίγουρος πως η ιστορία στο τέλος -ακόμα και πολλά χρόνια μετά- θα τον γράψει ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που θεωρείται. Ως αυτό που είναι δηλαδή. Και ο ίδιος δείχνει απόλυτα πεπεισμένος για αυτό: «Υπάρχουν πολλές απόψεις για εμένα. Κάποιες με κάνουν να σκέφτομαι ή να εκνευρίζομαι κι άλλες να γελάω. Στο τέλος όμως ξέρω ότι, όταν σταματήσω να παίζω, όλοι θα καταλάβουν τι έκανα».

Πηγή: Athletes’ Stories

Pin It on Pinterest

Shares
Share This